…Καθισμένη σε μια παλιά πολυθρόνα από βελούδο, μπροστά στην παλιά κονσόλα της γιαγιάς Μαρίας, άναψε το πουράκι της, πήρε την πένα της, ένα πολυκαιρισμένο χαρτί και άρχισε τον μονόλογο της ζωής της.
Η ησυχία του θεάτρου έκρυβε μια ηρεμία και ένα δέος που την συγκινούσε. Η μαύρη κουρτίνα που σε οδηγεί στα παρασκήνια, με ένα μικρό αεράκι σύρθηκε στο πάτωμα και ο ήχος της προκάλεσε ένα ρίγος, που διαπέρασε το δέρμα της. Ανάμεσα σε κουστούμια, σκορπισμένα κουτιά, βιβλία, αντίκες και πολυελαίους έψαξε να βρει το παρελθόν που ζούσε εδώ και δεκαετίες σε αυτό το χώρο. Κράτησε το κρυσταλλένιο ποτήρι στο χέρι της και αναρωτήθηκε πόσα δαχτυλικά αποτυπώματα έχει δεχτεί στην επιφάνεια του… Μόνη παρέα το σαράκι που τρώει με τον χρόνο τα έπιπλα αλλά και τις ψυχές των ανθρώπων.
Έζησε σε αυτό τον χώρο έντονες στιγμές, παιδικές σκανταλιές, εφηβικά πάρτι και τα φιλιά του πρώτου της έρωτα, στα καμαρίνια. Πέρασαν κιόλας 40 ολόκληρα χρόνια, κι όμως όλα μένουν ίδια. Το φωτιστικό με το χρυσοκεντημένο αμπαζούρ, από τα χέρια της θείας Ευθαλείας, οι πίνακες που φιλοτέχνησε ο μποέμ ζωγράφος της εποχής Φοίβος, τα παλιά σερβίτσια που έφερε από τα τελευταίο του μπάρκο ο Τιμολέων, αν θυμάμαι καλά είναι Βοημίας και η κούκλα με το φόρεμα που έραψε η μοδίστρα μάνα της. Κόκκινος ταφτάς με πτυχές, μπάσκα μανίκι και μια μπουτονιέρα σε σχήμα τριαντάφυλλου, στο αριστερό μέρος.
Αλλάζει χρώματα τούτο το ύφασμα, είναι μάλλον σαν τη θλίψη. Τη μέρα κρύβεται καλά στα συρτάρια του κομοδίνου της και το βράδυ έρχεται στολισμένη, μέσα από το αχνό φώς της καλογυαλισμένης λάμπας πετρελαίου, κειμήλιο της γιαγιάς, για να της θυμίσει πως κάποτε οι ψυχές ήταν χρωματιστές δίχως ίχνος λύπης και νοσταλγίας.
Οι ψυχές μας είναι κουτιά, καλά σφραγισμένα που ξεκλειδώνουν υπό το φως των κεριών…


Υπέροχες και ηχηρές εικόνες αποτυπωμένες με λέξεις.