Ένας στίχος λέει : Πάμε να φύγουμε απ’ αυτή την πόλη, όλα ξηλώθηκαν μείναμε μοναχοί άνθρωποι σπίτια και φωνές, κάνουν κομμάτια το μυαλό μου
Όλα αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη…Έτσι γίνεται. Ξαφνικά τα όνειρα μας καταλήγουν σε συντρίμια και φόβο. Οι ζωές μας απειλούνται και οι σειρήνες ουρλιάζουν. Η ψυχή μας μέχρι το τέλος, κι όμως πηγαίνει και πιο κει. Απλοί θεατές, καμιά φορά ακροατές, στα πιο δυσάρεστα…Σε όλα εκείνα που δεν μπορείς να αντιδράσεις. Τα φώτα θα σβήσουν και το μεγάλο απεχθές θηρίο θα έρθει το πρωί, να μας θυμίσει την αλήθεια της πόλης.
Είμαι στην αίθουσα αφίξεων και η πίεση χτυπάει κόκκινο. Δέκα λεπτά και θα έρθει. Έχουν περάσει είκοσι και ακόμα να φανεί. Η πόρτα κλείνει για άλλη μια φορά. Η αγωνία μεγαλώνει. Μια από τις διαδικασίες που αρνούμαι να αντέξω είναι η αναμονή. Όπως στα χειρουργία, που περιμένεις να δείς τον ασθενή. Με τη νάρκωση ακόμα στα λόγια του, τους γιατρούς να πηγαινοέρχονται και να μην δίνουν καμία απάντηση στην αγωνία σου. Μόνο άδεια βλέμματα. Χρόνος περασμένος που μοιάζει με αιώνα. Κι όμως είναι μόνο λίγες σιχαμένες ώρες.
Σπάνια έχω έκδηλα συγκινηθεί, στη ζωή μου. Όταν ο “αιώνας” πέρασε, βούρκωσα. Η καλύτερη αγκαλιά που ένιωσα τον τελευταίο καιρό. Σου τη χρωστούσα…Γιατί είσαι ο “γιατρός” των ανησυχιών μου. Εκείνος που θα γελάσει με τις “κοτσάνες” μου και θα σοβαρέψει στις μελαγχωλίες μου. Άλλωστε όλοι οι Θεοί είναι ζυμωμένοι με το ίδιο νέκταρ, ακόμα κι αν είναι φυλακισμένοι στο κλουβί του φόβου. Ακόμα και τότε, αποκαλούνται Θεοί!
Υ.Γ. Απολογισμός για τα δυσάρεστα και πρόλογος για τα ευχάριστα που θα έρθουν!
Αφιερωμένο στο “γιατρό” μου,
Jane

