Με το Χ14 από την Κηφισιά είδα την πόλη μ’ άλλα μάτια. Μια κοριτσοπαρέα των 16 ετών ετοιμάζεται για τσάρκα στο Γκάζι. Πολύ κοκκινάδι, μαλλί ισιωμένο με ψαλίδι, πρόστυχα βλέματα και πολλές βρισιές μεταξύ τους. Στο απέναντι πεζοδρόμιο μια παρέα των 15 ατόμων πλακώνεται για τα αθλητικά και τα offside. Δίπλα μου το gay Λονδρέζικο ζευγάρι, ψάχνει τη στάση Κανατάδικα. Ο οδηγός φρενάρει απότομα στο κόκκινο και ένας αλλοδαπός, ασιατικής καταγωγής, τον βρίζει στη γλώσσα του. Πρέπει να ξεστόμισε κάτι πολύ βαρύ.
Στάση στο Μέγαρο Μουσικής. Οι κυρίες ντυμένες με τις γούνες τους και τις πέρλες στα αυτιά, κάνουν την εμφάνιση τους. Στο Σύνταγμα συναντώ τα παιδιά με τα στυλιζαρισμένα μαλλιά, ανάβουν τσιγάρο, πίνουν μπύρες και ποζάρουν με τα skate. Δύσκολες φιγούρες στα σκαλιά της πλατείας. Έφτασα Γκάζι και η περιοχή πάλεται σε ήχους R’n'B. Οι δωδεκάποντες γόβες λυκνίζουν με νάζι τη μέση και τους γοφούς. Η ανοιχτή μπλούζα στο αποτριχωμένο στέρνο του κράχτη, φωνάζει «ξενύχτι με αλκοόλ και χορό στο κλουβί». Ταξί για Περιστέρι. Ο ταρίφας ακούει Μπουγά και καπνίζει καρέλια κασετίνα. Με κοιτάζει από τον καθρέφτη και με νόημα μου λέει «Τώρα, κάνεις εσύ κουμάντο». Στη Καβάλας οι νεαρές μαυρούλες βγαίνουν για το μεροκάματο. Μίνι φούστα, τιγρέ μπλουζάκι, πέδιλο με τακούνι στιλέτο και κατσαρό μαλλί μέχρι τη μέση. Άλλη μια νύχτα στο δρόμο με στημένο σεξαπίλ.
Περπατάω στα στενά της Κλαθμώνος. Ένας άστεγος κάθεται μπροστά από κατάστημα ηλεκτρονικών ειδών. Έχει προσηλώσει το βλέμμα του στην πλάσμα οθόνη. Κάθεται πάνω σε ένα τελάρο, αφωσιομένος. Αμέσως σκέφτομαι οτι πάντα στο σπίτι η τηλεόραση λειτουργεί μόνο σαν λάμψη, μονίμως στο mute. Παίρνω τον πεζόδρομο της Κοραή. Παίζει κοινωνική ταινία απόψε στο Άστυ. Δίπλα σε μια μικρή στοά, δυο τύποι σφίγγουν το λουρί και κρατούν την ένεση στο χέρι. Αρρώστια, κατάρα και πόνος. Στον κάδο επί της Πανεπιστημείου ένας Νιγηριανός ψάχνει με λαχτάρα τον κάδο των σκουπιδιών. Φαγητό ή ρουχα; Θυμήθηκα την εκκαθάριση στη ντουλάπα μου, κάθε χειμώνα και καλοκαίρι. Την χθεσινή πίτσα που πέταξα στα σκουπίδια και κάτι πληρωμένους λογαριασμούς της ΔΕΗ. Με συχαίνομαι, για την αχαριστία μου, τις καταναλωτικές μου συνήθειες και την μίζερη συμπεριφορά μου, κάποιες φορές.
Κάθομαι στο παγκάκι για γρήγορο τσιγάρο και ένας κύριος με ατιμέλητα μούσια, φαρδύ μπουφάν, λίγα δόντια στο στόμα και φωνή τρεμάμμενη, μου ζητάει ένα euro. Ανοίγω το πορτοφόλι και του δίνω 4euro.Με κοιτάει με έκσταση και με έντονο ψεύδισμα μου δίνει ευχές. «Να σε έχει ο Θεός γερή. Να σε χαίρονται οι δικοί σου». Παλίρροια στα μάτια, σβήνω το τσιγάρο, για να με έχει ο Θεός γερή και με ζόρι κρατάω τα σωθικά μου στον ουρανίσκο. Το στομάχι μου πάλι διαμρτύρεται και το οξύ ξεχύνεται στις πλάκες του πεζοδρομίου.
Δεν με αηδίασαν οι εικόνες, αλλά οι πράξεις μου. Σε όλα τα παραπάνω, εγώ που βρίσκομαι; Στα 45τ.μ. του σπιτιού μου, με τα ηχεία στη διαπασών, να σκέφτομαι ένα κακογραμμένο σημείωμα που τινάζει το νευρικό μου σύστημα. Πόσο «μικρή» είμαι, μπροστά στον πόνο αυτής της πόλης;
Δεν έχεις ψάξει την τόλμη που κρύβεται
σε σένα Jane