Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι τυχαία και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. To παρακάτω κείμενο είναι παραμύθι από αναγνώστη.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κομοδίνο, στρατιωτάκι αμίλητο κι ακούνητο. Πού και πού άνοιγε μια πόρτα, έβλεπε κόσμο και έπαιρνε αέρα. Αυτήν την Παρασκευή η πόρτα έμεινε κλειστή, ε είναι και τα χρόνια βλέπετε, αντίκα πλέον, δεν είναι και να το βλέπει συνέχεια ο κόσμος.
Έκατσε, ξανάκατσε με τα πολλά άνοιξε ένα παράθυρο μήπως ξεστραβωθεί. Άνοιξε αυτό που τον τελευταίο καιρό ανοίγει συνήθως, όταν θέλει αέρα, όταν θέλει να δει πώς είναι να κάνει κάποιος βόλτες, εκεί που δεν μπορεί να κάνει μόνο του. Και τότε ένα ρεύμα ήρθε πάνω του και το αναποδογύρισε, για την ακρίβεια ούτε κατάλαβε από πού του ήρθε. Ξανακοίταξε. Του έμοιασε σαν να είδε απέξω μια γνώριμη φιγούρα, σαν να κοίταζε στον καθρέφτη.
Έκλεισε το παράθυρο, το ξανάνοιξε αμέσως, προσπάθησε να δει, δυσκολεύτηκε. Δεν είχε συνηθίσει να βλέπει τον εαυτό του απ’ έξω, αναρωτήθηκε, δεν το πίστευε. Η αλήθεια είναι ότι ο καθρέφτης ήταν παραμορφωτικός, το έδειχνε όμορφο, καλογυαλισμένο και όχι όπως πραγματικά ήτανε. Έτσι δεν το πίστευε, όχι από καλοσύνη που λένε
μερικοί, (στα καλάθια δε χωρεί θα έλεγα), άλλα μάλλον επειδή δεν μπορούσε να το αντιληφθεί. Πού ακούστηκε άλλωστε κομοδίνο να μπορεί να
σκέφτεται;
Το Σαββατοκύριακο το βρήκε ακούνητο και κλειδωμένο. Γιατί στα δύσκολα, για άλλους εύκολα, θέλει να είναι μόνο του, να μπερδεύεται, να αναρωτιέται και να χάνεται, χωρίς να το βλέπει κανένας. Ενίοτε να κρύβεται με έναν κόκκινο κύκλο πάνω του. (Μεταξύ μας δεν ξέρω πόσο αποτελεσματικό είναι αυτό).
Προσπάθησε να σκεφτεί, έστω το λίγο που μπορούσε και θυμήθηκε. (Κάθε καλό παραμύθι έχει και ένα flashback, έτσι για σασπένς). Διαπίστωσε λοιπόν ότι τον τελευταίο καιρό κάθε του ενδιαφέρον άνοιγμα στον κόσμο είχε κάτι το κοινό. Μία ήταν η δίοδος προς αυτό. Είχε βρει ενδιαφέρον, όρεξη για πράγματα που είτε δεν ήξερε είτε τα είχε ξεχάσει. Άρχισε να του αρέσει ο καπνός από τα βαριά τσιγάρα και ο ήχος από μια γνωστή παράκληση.
Επανήλθε. Από τη μία του άρεσε η ζωή του όπως ήταν, είχε ισχυρούς δεσμούς με αυτήν δε σκεφτόταν να την αλλάξει, να την προδώσει. Από την άλλη του άρεσε ο έξω κόσμος, του άρεσε να παρακολουθεί αυτά που εκείνο δεν μπορούσε να κάνει. Εκεί, όμως, έκανε το λάθος. Ήθελε να μάθει περισσότερα, νοιαζόταν πραγματικά, αλλά πέρασε τη γραμμή, αυτή που χωρίζει τους θεατές από τους πρωταγωνιστές. Και σε ένα έργο, ακόμα και αν το θέλεις, δεν μπορείς να έχεις και τους δύο ρόλους και πάνω απ’ όλα δεν μπορείς να κρύβεσαι και να γίνεσαι κάθε στιγμή αυτό που εσύ έχεις ανάγκη. Έτσι, έπρεπε να μπει και τελικά μπήκε στη θέση του, με όποιο κόστος αυτό συνεπάγεται. Καλύτερα αυτό παρά οι άλλοι που στην τελική δε φταίνε.
Το παράθυρο έμεινε ανοιχτό και παρότι το ρεύμα συνέχιζε να το χτυπάει,
δεν έκλεινε. Με τα πολλά πήγε Κυριακή. Και αν δεν ήταν η πιο σταθερή
μας σχέση, θα πήγαινε και Δευτέρα και Τρίτη.
Ένα μόνο ήθελε να πει, αν μπορούσε να μιλήσει: ευχαριστώ και συγγνώμη μαζί. Ούτε ήξερε το γιατί, πάντα έτσι ήτανε, άλλωστε…
Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…