Archive for the ‘Σκέψεις’ Category

Θλίψη, εσύ είσαι;

Δευτέρα, Οκτωβρίου 25th, 2010

Δεν μπορώ τόση ησυχία. Δε την αντέχω. Το μέσα μου είναι υπό μετακόμιση. Ο πόνος έχει καθίσει στο σαλόνι. Λουφάζει στο καναπέ μου. Η θλίψη ξενυχτάει στο κρεβάτι. Η λησμονιά κάνει ένα γρήγορο ντουζάκι, γιατί έκλεισε έκτακτο ραντεβού απόψε. Στη κουζίνα η μελαγχολία παρατηρεί από το παράθυρο, τι της έχει απομείνει. Πάλι ψάχνω σε ποιό τοίχο να κρεμάσω τη θλίψη. Σε πράσινο ή κίτρινο;

Στη νέα γειτονιά, οι διπλανοί μονολογούν. Τους πνίγει η μοναξιά. Άλλοι είναι ρεαλιστές, άλλοι ονειροπόλοι. Το ίδιο μόνοι. Αγαπούν κάτι φανταστικό, φτιάχνουν σενάρια για το μετά, ανακαλύπτουν μικρές ελπίδες στο τίποτα. Έχει πιο πέρα από τη μοναξιά; Δε ξέρω. Τους ακούω. Δε συμμετέχω, το βλέμμα στο κενό, η φωνή βραχνιασμένη από τη νικοτίνη. Σε λίγες ώρες, ξεχείλισε το τασάκι. Συχνές δόσεις καφεΐνης για να μη με επισκεφτεί ο Μορφέας. Μη δω όνειρα και ξυπνήσω σε υγρά σεντόνια. Κρύβομαι κάτω από τα σκεπάσματα. Περιμένω το ξυπνητήρι να χτυπήσει. Να μου θυμίσει ότι ξεκινάει άλλη μέρα, με ίδιες σκέψεις.

Συμβιβάζομαι σε ένα γκρίζο τοπίο. Προσπαθώ να το βάψω μαύρο. Να μη ξεχωρίζω πρόσωπα, λόγια, αναμνήσεις. Μου ταιριάζει το μαύρο, από καθετί χρωματιστό. Έχει τη μονοτονία του.

Θλίψη, εσύ είσαι (;),
Jane

Είστε Κρητικός;

Σάββατο, Οκτωβρίου 16th, 2010

Αγρότης, οικογενειάρχης, ψηλός, σκαμμένος στο πρόσωπο από τον ήλιο και τον υγρό καιρό της πεδιάδας. Ντυμένος συνεχώς στα μαύρα, με την τραγιάσκα να καλύπτει τα υγρά του μάτια. Άσπρα γένια στο πρόσωπο, στραβωμένα δάχτυλα στο ένα χέρι, από παλιό ατύχημα. «Μήπως είστε Κρητικός;», τον ρώτησε μια νοσοκόμα.

Κάποτε είχε τέσσερα παιδιά. «Άντεξε» τον χαμό των δύο παιδιών του. 35 και 41 ετών. Οι αδυναμίες ενός πατέρα είναι τα αγόρια του; Για εκείνον ήταν. Έκτοτε, σταμάτησαν τα γλέντια. Παλιά στα γλέντια, ήταν το πιο γερό ποτήρι, η πιο μελωδική φωνή, πρώτος στο χορό, μου έλεγε η μάνα μου. Μετά τον θάνατο δεν γελούσε. Συχνά ξεφυσούσε, σαν κάτι να του κρατούσε την ανάσα εγκλωβισμένη για ώρες στο στήθος. Πόνος ήταν. Θλίψη που έψαχνε να βρεί κουράγιο, από τα παιδικά μάτια των απογόνων. 12 εγγόνια, έξι αγόρια και έξι κορίτσια. Όταν έμαθε πως ήρθα στη ζωή, στράβωσε περίεργα τα χείλη, επειδή δεν ήμουν αρσενικό. Παρ’ όλα αυτά πήρα το όνομα του, το εκτίμησε αυτό. Όταν σκορπούσα το θηλυκό μου νάζι, χαμογελούσε. Τις Κυριακές τα μεσημέρια μας επισκεπτόταν, που και που, έκανε παρέα στο οικογενειακό μας τραπέζι. Με έβαζε να του δείχνω φιγούρες από το μπαλέτο. Άλλο που δεν ήθελα.

Μετά από χρόνια μόνο το μαύρο χρώμα των ρούχων του θυμάμαι. Μια κορμοστασιά που κανείς δεν κληρονόμησε, ένα πρόσωπο που ζάρωνε με τα χρόνια. Μοναδική βόλτα στο καφενείο της πλατείας για δηλωτή, ήθελα να τον συνοδεύω για να κρατάω το σκορ. Με κέρναγε πορτοκαλάδα χωρίς ανθρακικό. Η coca cola απαγορευμένη. Το βράδυ επιστροφή στο σπίτι. Αντίκριζε ένα τρακτέρ παρκαρισμένο στην αυλή και δάκρυζε. Οι αναμνήσεις δεν τον άφησαν, να δει το μέλλον αισιόδοξα.

Σε αυτή την αυλή, δίπλα στο παρκαρισμένο τρακτέρ άφησε την τελευταία του πνοή, μια Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου. Ερωτευμένος με τη γυναίκα του, θα σκεφτούν πολλοί. Ερωτευμένος με τη θλίψη. Το χειρότερο πράγμα είναι να θάβεις το παιδί σου, άκουσα κάποια στιγμή να λέει.

«Η μικρή μας έχει το όνομα του παππού της, του πεθερού μου. Μάλλον του πήρε και τη φωνή» θα πει μετά από χρόνια ο πατέρας μου. Νιώθω τυχερή που τον γνώρισα, αλλά ποτέ δεν μου απάντησε στην ερώτηση: «Παππού γιατί ξεφυσάς;» Έπρεπε να φτάσω στα 24 μου χρόνια, να καταλάβω το γιατί.

Ακόμα παίζω δηλωτή, εσύ (;),
Jane

Χειμώνας είναι…

Παρασκευή, Οκτωβρίου 15th, 2010

Χειμώνας είναι το τσουχτερό κρύο. Τα πλεκτά γάντια που ζεσταίνουν προσωρινά τις παλάμες σου. Χειμώνας είναι μια άδεια αγκαλιά με πολύ μοναξιά. Χειμώνας είναι τα σκούρα χαλιά στο πάτωμα. Πάπλωμα και σεντόνια μουσκεμένα από τα όνειρά σου.

Χειμώνας είναι απελπησία και λύτωση μαζι. Χειμώνας είναι laptop στο κρεβάτι και παλιές ταινίες χωρις happy end. Ζεστά ροφήματα και σφύξιμο στο στομάχι. Χειμώνας είναι πλεκτά πουλόβερ, από τα χέρια της μαμάς. Χειμώνας είναι τσιγάρα στο κρύο αέρα. Χειμώνας είναι μυρωδιά υγρασίας. Μούχλα αγάπης, πόνος ψυχής και διάλυση στιγμών.

Χειμώνας είναι η λύπηση που νιώθεις, για τον ίδιο σου τον εαυτό. Χειμώνας είναι η ανάγκη να μιλήσεις. Χειμώνας είναι να μην πεις τίποτα, δεν αξίζει. Χειμώνας είναι το χιόνι που περιμένεις να δεις απο το παράθυρο, ένα πρωί. Χειμώνας είναι ζεστό καλοριφέρ με περιορισμένο ωράριο. Χειμώνας είναι η καταδίκη σου.

Μύρισε φθινόπωρο

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 25th, 2010


Photo by katrinpi

Το σπίτι ασφυκτιά από τον καπνό των τσιγάρων. Κρατάς την κούπα σου, πίνεις μικρές δόσεις καφέ. Ανάβεις τσιγάρο, ρουφάς καπνό. Άλλη μια καλημέρα, σε μουντό σκηνικό. Μέσα Σεπτέμβρη, χαζεύεις τη βροχή και ενορχηστρώνεις τις στιγμές του καλοκαιριού. Μοντάζ, για να θυμάσαι τις βουτιές στα άδυτα του έρωτα.

Η σχολική χρονιά άρχισε, οι υποχρεώσεις τρέχουν, οι ντουλάπες περιμένουν το χέρι της νοικοκυράς. Να αντικατασταθεί το λινό ύφασμα με τα πλεχτά. Αντίο φορεματάκια, καλοσώρισες παντελόνι, δερμάτινη μπότα, κοτλέ σακάκι. Από τις εποχές που αγαπώ να μισώ, φθινόπωρο. Αποχαιρέτα τον ήλιο, τη θάλασσα, τα δροσερά κοκτέιλ. Πάρε κουβέρτα, κράτα ομπρέλα, βράσε τσάι, μούσκεψε τα πατουσάκια σου στους καταράκτες της Ιπποκράτους, κάνε κουπί για να φτάσεις στο γραφείο.

Αντιμετώπισε την υγρασία με θέατρο τις Κυριακές, brunch με φίλους, μετά από ξενύχτι, επιτραπέζια παιχνίδια, ταινίες που δεν θα θελες να δεις ποτέ, κούρνιασε στον καναπέ και επιτέλους ανακαίνισε το μικρό δυάρι, όσο μπορείς και όσο το επιτρέπει η τσέπη σου. Δεν ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Χαμογέλα μελαγχολικά, που ξέρεις… ίσως κάποιος το εκτιμήσει. Ίσως θέλει να σε βλέπει έτσι. Χαμογελαστή.

Τα κόκκαλα μου κάνουν κρίτσι κρίτσι,
Jane

Γιατρέ, μπορώ να αναπνέω;

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 21st, 2010

Η ώρα είναι 17:25, αναμονή σε ένα μικρό χώρο ενός ιατρείου. Σαλονάκι μοντέρνο, αλλά το κτίριο μιας άλλης εποχής. Από το γραφείο του γαστρεντερολόγου ακούγεται γυναίκα ασθενής (ζακυνθινής καταγωγής) που ρωτάει το μακρύ και το κοντό της. Μιλάει ακατάπαυστα, δεν ολοκληρώνει ποτέ αυτό που θέλει να πει και η φωνή της σπάει τζάμια. Άλλο να στο γράφω και άλλο να το ακούς.

«Γιατρέ πρωί βράδυ;» (και μεσημέρι μη σου πω) «Όταν πάω στην τουαλέτα, μου συμβαίνει αυτό … » (ας μη μπω σε λεπτομέρειες). «Η αλοιφή που μου δίνετε θα τσούζει;» (ένα test θα σε πείσει, καλή μου). Ο συμπαθητικός γιατρός με ευγένεια και υπομονή εξηγεί, τ’ ανεξήγητα. Μετά από περίπου 2 ώρες, έρχεται η σειρά μου. Ερώτηση γιατρού «Σας έχω ξαναδεί;» (καμιά φορά στα όνειρα σας ή στη Συναυλία του Ark Festival;). Με λίγα λόγια του εξιστορώ τους καθημερινούς εμετούς (σε αηδίασα), το σφίξιμο στο στομάχι, τον πόνο στο στήθος. Με κοιτάει διερευνητικά και με ρωτάει το κορυφαίο «Έχετε επισκεφτεί γυναικολόγο;» Θέλω να γελάσω και να κλάψω ταυτόχρονα. Τον καθησυχάζω, λέγοντας ότι δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος (διότι περί κινδύνου πρόκειται).

Προχωράμε σε υπέρηχο. Όλα τα ζωτικά μου όργανα λειτουργούν τέλεια. Αυτό τους έλειπε, σκέφτομαι. «Έχετε άγχος» μου λέει εκείνος. Σώωωωωωωπα, θέλω να φωνάξω με 652 δόσεις ειρωνείας. Κάτι σας απασχολεί έντονα και αυτό σας έχει προκαλέσει οισοφαγική παλινδρόμηση. Θα πρέπει να κάνετε αγωγή με φάρμακα για ένα μήνα, σε συνέχεια γαστροσκόπηση, εξετάσεις αίματος και βλέπουμε.

Μια φωτοτυπία βρίσκεται στα χέρια μου. Κομμένα : τα όσπρια, τα λιπαρά, ορισμένα φρούτα, τα γαλακτοκομικά, οι ξηροί καρποί, το αλκοόλ, ο καφές-σοκολάτα, τα γλυκά με μέλι, περιορισμός του τσιγάρου, να τρως αργά, να μασάς 42 φορές την κάθε μπουκιά, να κοιμάσαι με το κεφάλι 15 πόντους πιο πάνω από το υπόλοιπο σώμα, να πέφτεις για ύπνο περίπου 3 ώρες μετά από κάθε γεύμα, να….

Η λίστα με τα «μη» δεν έχει τελειώσει, όμως το σφίξιμο είναι ακόμα μεγαλύτερο. Τελικά αναρωτιέμαι αν μπορώ ν’ αναπνέω, ή μήπως πρέπει να περάσει στη λίστα με τα «μη». Με λίγα λόγια, πρέπει για ένα μήνα να κάνω τ’ αδύνατα δυνατά, για ν’ αποφύγω τη γαστροσκόπηση, αλλιώς θα ξερνάω σαν γατί ακόμα και το νερό που πίνω. Με το φαγητό έχω περιοριστεί, αλλά με τον καφέ και το τσιγάρο τα πράγματα είναι σκούρα. Deep black. Το έχω ρίξει στο τσάι, όσο για το τσιγάρο; Είναι από τις περιόδους που το έχω πιο πολύ ανάγκη, αλλά προτιμώ να πείσω τον εαυτό μου οτι δεν του συμβαίνει τίποτα σπουδαίο, άγχος είναι θα περάσει, όπως τόσα άλλα.

Περαστικά μου λοιπόν,
Jane

Σχεδόν πέντε …

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 20th, 2010

Κάτι μήνες τώρα, τοποθετώ στις ελπίδες στολίδια. Μικρά ψέματα, πολύ ενθουσιασμό, αρκετά χαμόγελα αλλά η απαισιοδοξία με τρακάρει με μετωπική. Τα θραύσματα έχουν πληγώσει ανεπανόρθωτα το σώμα, μα πίο πολύ την αυτοεκτίμηση μου.

Τέσσερις μήνες και κάτι, ξεγελάω τον εαυτό μου, υποτιμώ το ένστικτό μου, πιστεύω σε εκείνα που θα έρθουν και θα είναι καταστροφικά (για ποιόν; ). Επέλεξα το παραμύθι μου, αλλά ποτέ δεν αγάπησα τους κόντρα ρόλους. Από την άλλη είναι απλά ένας ρόλος. Μονότονος, υπερβολικός, μεγαλόψυχος, ναζιάρης όμως συνέχεια περιττός.

Κάποιος μου είπε οτι τα καινούρια, πριν καλά καλά το συνειδητοποιήσουμε, θα παλιώσουν. Θα μας χαρίζουν ένα πλατύ χαμόγελο ή ένα δάκρυ στα μάτια. Τα στολίδια βρέθηκαν στο πάτωμα, έγιναν χίλια κομμάτια. Κι όμως οι μάσκες δεν έπεσαν ακόμα. Τα πρόσωπα μοιάζουν ακόμα αθώα, πολλές φορές έκπληκτα, στην πραγματικότητα στη θέση τους σωστά και ωραία βολεμένα.

Όταν οι αλήθειες πάρουν το δρόμο τους, τα ψέματα γίνουν παρελθόν θέλω να μη συμμετέχω στο κοινό. Η φυγή μου δε θα είναι θριαμβευτική, με αποφωνήσεις εν βρασμώ ψυχής. Θα αφήσω το κοινό να πατήσει στα κομματάκια των στολιδιών, να ευχαριστιέται όταν θα καταστρέφει κάθε μικρή χαρούμενη στιγμή, με έκπληξη να κοιτά τα χαλάσματα, με ενθουσιασμό να κατατροπώνει τις τρέλες και η λησμονιά να κερδίζει έδαφος.

Με ρώτησες κάποιο βράδυ, τελείως απερίσκεπτα «Πόσες φορές έχεις ερωτευτεί;». Μάλλον πρέπει να τις ξαναμετρήσω, γιατί δυστυχώς κάτι μου δια-φεύγει. Τελευταία χάνω το μέτρημα.

Recycle Bin ή Shift+Delete,
Jane

Παραμύθι ενός Σαββατοκύριακου

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 14th, 2010

Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι τυχαία και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. To παρακάτω κείμενο είναι παραμύθι από αναγνώστη.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κομοδίνο, στρατιωτάκι αμίλητο κι ακούνητο. Πού και πού άνοιγε μια πόρτα, έβλεπε κόσμο και έπαιρνε αέρα. Αυτήν την Παρασκευή η πόρτα έμεινε κλειστή, ε είναι και τα χρόνια βλέπετε, αντίκα πλέον, δεν είναι και να το βλέπει συνέχεια ο κόσμος.

Έκατσε, ξανάκατσε με τα πολλά άνοιξε ένα παράθυρο μήπως ξεστραβωθεί. Άνοιξε αυτό που τον τελευταίο καιρό ανοίγει συνήθως, όταν θέλει αέρα, όταν θέλει να δει πώς είναι να κάνει κάποιος βόλτες, εκεί που δεν μπορεί να κάνει μόνο του. Και τότε ένα ρεύμα ήρθε πάνω του και το αναποδογύρισε, για την ακρίβεια ούτε κατάλαβε από πού του ήρθε. Ξανακοίταξε. Του έμοιασε σαν να είδε απέξω μια γνώριμη φιγούρα, σαν να κοίταζε στον καθρέφτη.

Έκλεισε το παράθυρο, το ξανάνοιξε αμέσως, προσπάθησε να δει, δυσκολεύτηκε. Δεν είχε συνηθίσει να βλέπει τον εαυτό του απ’ έξω, αναρωτήθηκε, δεν το πίστευε. Η αλήθεια είναι ότι ο καθρέφτης ήταν παραμορφωτικός, το έδειχνε όμορφο, καλογυαλισμένο και όχι όπως πραγματικά ήτανε. Έτσι δεν το πίστευε, όχι από καλοσύνη που λένε
μερικοί, (στα καλάθια δε χωρεί θα έλεγα), άλλα μάλλον επειδή δεν μπορούσε να το αντιληφθεί. Πού ακούστηκε άλλωστε κομοδίνο να μπορεί να
σκέφτεται;

Το Σαββατοκύριακο το βρήκε ακούνητο και κλειδωμένο. Γιατί στα δύσκολα, για άλλους εύκολα, θέλει να είναι μόνο του, να μπερδεύεται, να αναρωτιέται και να χάνεται, χωρίς να το βλέπει κανένας. Ενίοτε να κρύβεται με έναν κόκκινο κύκλο πάνω του. (Μεταξύ μας δεν ξέρω πόσο αποτελεσματικό είναι αυτό).

Προσπάθησε να σκεφτεί, έστω το λίγο που μπορούσε και θυμήθηκε. (Κάθε καλό παραμύθι έχει και ένα flashback, έτσι για σασπένς). Διαπίστωσε λοιπόν ότι τον τελευταίο καιρό κάθε του ενδιαφέρον άνοιγμα στον κόσμο είχε κάτι το κοινό. Μία ήταν η δίοδος προς αυτό. Είχε βρει ενδιαφέρον, όρεξη για πράγματα που είτε δεν ήξερε είτε τα είχε ξεχάσει. Άρχισε να του αρέσει ο καπνός από τα βαριά τσιγάρα και ο ήχος από μια γνωστή παράκληση.

Επανήλθε. Από τη μία του άρεσε η ζωή του όπως ήταν, είχε ισχυρούς δεσμούς με αυτήν δε σκεφτόταν να την αλλάξει, να την προδώσει. Από την άλλη του άρεσε ο έξω κόσμος, του άρεσε να παρακολουθεί αυτά που εκείνο δεν μπορούσε να κάνει. Εκεί, όμως, έκανε το λάθος. Ήθελε να μάθει περισσότερα, νοιαζόταν πραγματικά, αλλά πέρασε τη γραμμή, αυτή που χωρίζει τους θεατές από τους πρωταγωνιστές. Και σε ένα έργο, ακόμα και αν το θέλεις, δεν μπορείς να έχεις και τους δύο ρόλους και πάνω απ’ όλα δεν μπορείς να κρύβεσαι και να γίνεσαι κάθε στιγμή αυτό που εσύ έχεις ανάγκη. Έτσι, έπρεπε να μπει και τελικά μπήκε στη θέση του, με όποιο κόστος αυτό συνεπάγεται. Καλύτερα αυτό παρά οι άλλοι που στην τελική δε φταίνε.

Το παράθυρο έμεινε ανοιχτό και παρότι το ρεύμα συνέχιζε να το χτυπάει,
δεν έκλεινε. Με τα πολλά πήγε Κυριακή. Και αν δεν ήταν η πιο σταθερή
μας σχέση, θα πήγαινε και Δευτέρα και Τρίτη.

Ένα μόνο ήθελε να πει, αν μπορούσε να μιλήσει: ευχαριστώ και συγγνώμη μαζί. Ούτε ήξερε το γιατί, πάντα έτσι ήτανε, άλλωστε…

Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…

Ζει η ελληνική μουσική;

Παρασκευή, Αυγούστου 27th, 2010

Τουλάχιστον 3 ώρες από την καθημερινότητα μου, αφιερώνονται στις ερτζιανές συχνότητες, στο ελληνικό ραδιόφωνο. Θα με αποκαλέσεις μαζόχα για τις μουσικές μου επιλογές, ψυχολογικά πιστεύεις πως είμαι ράκος και η απογοήτευση είναι συνώνυμη των στίχων, που πολύ αγαπώ.

Sorry, αλλά τα «νέα» ακούσματα, με λίγες εξαιρέσεις, με αφήνουν αδιάφορη. Η ελληνική μουσική επαναλαμβάνεται, ανακυκλώνεται, μένει στάσιμη και προσμένει από τη στάχτη να βρει θησαυρούς; Ή μήπως τα φρέσκα ακούσματα, οι εναλλακτικές μουσικές, οι νέοι δημιουργoί βρίσκονται μόνο στο myspace και απλά δεν προωθούνται κατάλληλα; Πάντως η playlist έχει κατακλύσει το ραδιόφωνο, τους παραγωγούς, που πλέον είναι άφαντοι. Έχει αντικαταστήσει τους djs, στα in μαγαζιά της παραλιακής και όχι μόνο (ω ναι οι djs δε μιξάρουν μόνο dance κομμάτια και R’n'B).

Τα πολυκαταστήματα παίζουν Λάμψη ή Best. Οι ταξιτζήδες της πόλης ακούν Skai ή Derti. Στα μικρά cafe ο Love Radio έχει τον πρώτο λόγο και σε κάτι απαρχαιωμένα στέκια («μποέμ», «κουλτουριάρηδες», «διανοούμενοι») ακούνε Μελωδία FM, ενώ η κλάψα δίνει και παίρνει.

Με χαρακτηρίζεις υπερβολική; Μάλλον είμαι. Εν έτη 2010 σε γνωστό σταθμό της πόλης ακούω «Να μπορούσα στα σύννεφα να ‘χα εγώ βενζινάδικο». Τραγούδι του 1991, σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου, παραδοσιακό, με μεγάλη επιτυχία, όμως η μουσική προχωράει (τουλάχιστον θα έπρεπε να κάνει βήματα προς τα εμπρός). Δεν άλλαξα, η ίδια είμαι. Εκείνη που ακούει έντεχνες μουσικές χρόνια τώρα, που εκτός εγχώριων καλλιτεχνών, μόνο τους Deep Purple κατάφερε να ακούσει, κλεφτά σκαρφαλώνοντας στα βράχια του Λυκαβηττού. Απλά είπαμε να ανενωθούμε λιγάκι. Τι λές;

Ολίγον τι απογοητευμένη,
Jane

Όταν βλέπω θάλασσα…

Σάββατο, Αυγούστου 7th, 2010

Μεγάλωσα σε πεδιάδα. Το μόνο νερό που είχε ο τόπος μου, ήταν οι σούδες, που εξυπηρετούσαν τους γεωργούς στις καλλιέργειες. Με αυτά τα προιόντα τρέφαν οικογένειες, μεγάλωναν παιδιά, από την καρπερή γη. Δεν έχω παιδικά χρόνια που να θυμούνται ηλιοβασιλέματα σε καταγάλανα νερά, βόλτες σε ασβεστομένα σοκάκια, ψαράδες να απλώνουν τα δύχτια στ’ ακρογιάλι, συμβατικά πλοία που να μας ταξιδεύουν ως τον Πειραιά, συνήθως τις γιορτές.

Θυμάμαι κάτι βόλτες με τα ποδήλατα μας, κάταγμα κλείδας λόγω έλλειψης φρένων, πόνος ακόμα και στην προσπάθεια αναπνοής. Πόδια γεμάτα σημάδια από τα τσιμπήματα αμέτρητων κουνουπιών, πρώτος βοηθός της γιαγιάς στο ξεκουκούτσιασμα για την παρασκευή βυσσινάδας (αγαπημένο ποτό). Μια αυτοσχέδια κούνια να στηρίζεται στη λωτιά της αυλής μας (κατασκευή του πατέρα μου). Τρίωρη προπόνηση με σκηνάκι, σε φρεσκοασφαλτοστρωμένο δρόμο, μέτρημα παγωτών με αγωνία, διότι πάντα μειονεκτούσα λόγω ευαίσθητων αμυγδαλών. Πολιτιστικές εκδηλώσεις τα τέλη του Αυγούστου κι η χορωδία να λέει «Έλα μαζί μου κάπου να πάμε, χέρι με χέρι«.

Μάλλον για αυτό στις διακοπές, όταν βλέπω θάλασσα, δε την κουράζω (μόνο με το βλέμμα). Υπνοτίζομαι από το βαθύ γαλάζιο και παραδίνομαι στον ηλιόλουστο Μορφέα. Δροσίζομαι για 10 λεπτά και μετά αρκούμαι στο άκουσμα του κύματος που παφλάζει. Με εξαιρετική ιδιοτροπία θέλω να είναι καθαρή, να θυμίζει ταξίδι, χαλάρωση, να μας εμπνέει.

Τα παραπάνω είναι όλοι οι λόγοι που τα νερά της Αττικής και ιδιαίτερα ο Πειραιάς, δεν εχει την «πιό γλυκιά θάλασσα». Ίσως να μου έλειπε η θέα της αν είχα μεγαλώσει αλλιώς, αλλού… Ψηφίζω πολυμορφικό-πολυφυλετικό Κέντρο, τουριστικό Μοναστηράκι, αυτόνομα Εξάρχεια & θέα Λυκαβηττού.

Πάμε διακοπές,
Jane

Σ’ οδηγάει ο δρόμος…

Δευτέρα, Ιουνίου 14th, 2010

Λευκή Καταιγίδα

Την πρώτη φορά ήταν σαν να χε αρπάξει φωτιά
κάπου μέσα βαθιά κάτι μες την ψυχή μου
κοιτούσα τις φλόγες κι αυτόν τον αέρα μακριά
να αλλάξει αργά τις σκιές της ερήμου

Χορεύοντας μου ‘δείξες μέσα σε πέντε λεπτά
τι θα πει πουθενά και πως χάνεται ο χρόνος
ότι αν το πιστέψεις στα αλήθεια η αγάπη μπορεί
ότι αν αφεθείς σ’ οδηγάει ο δρόμος

Από τότε περάσανε χρόνια κυλήσαν νερά
όμως κάπου βαθιά η φωτιά καίει ακόμη
λυπάμαι που έφυγα εκείνη τη νύχτα κρυφά
βιαστικά και χωρίς να ζητήσω συγνώμη

Το μόνο που θα θελα κάποτε αν σε ξαναδώ
είναι να πω ευχαριστώ για το θαύμα που είδα
και να δώσω για μια τελευταία φορά το ρυθμό
στον τρελό σου χορό στην λευκή καταιγίδα

Αυτό το Πλοίο που όλο φτάνει (2010)
Παύλος Παυλίδης

Μερικές εβδομάδες, το παραπάνω τραγούδι παίζει στο repeat μερόνυχτα. Κρατάω σαν κόρη οφθαλμού το στίχο «Αν το πιστέψεις στα αλήθεια η αγάπη μπορεί, ότι αν αφεθείς σ’ οδηγάει ο δρόμος» και συνεχίζω το χορό. Μερικά λεπτά είναι αρκετά. Αξίζουν περισσότερο από χρόνια, μοιάζουν σαν όνειρο και κάνουν την καρδιά να χτυπάει σαν μπάντα της ska μουσικής.

Θα προτιμούσα ένα χαμόγελο παρά μια συγνώμη,
Jane