Archive for the ‘Σκέψεις’ Category

Γιατρέ, μπορώ να αναπνέω;

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 21st, 2010

Η ώρα είναι 17:25, αναμονή σε ένα μικρό χώρο ενός ιατρείου. Σαλονάκι μοντέρνο, αλλά το κτίριο μιας άλλης εποχής. Από το γραφείο του γαστρεντερολόγου ακούγεται γυναίκα ασθενής (ζακυνθινής καταγωγής) που ρωτάει το μακρύ και το κοντό της. Μιλάει ακατάπαυστα, δεν ολοκληρώνει ποτέ αυτό που θέλει να πει και η φωνή της σπάει τζάμια. Άλλο να στο γράφω και άλλο να το ακούς.

«Γιατρέ πρωί βράδυ;» (και μεσημέρι μη σου πω) «Όταν πάω στην τουαλέτα, μου συμβαίνει αυτό … » (ας μη μπω σε λεπτομέρειες). «Η αλοιφή που μου δίνετε θα τσούζει;» (ένα test θα σε πείσει, καλή μου). Ο συμπαθητικός γιατρός με ευγένεια και υπομονή εξηγεί, τ’ ανεξήγητα. Μετά από περίπου 2 ώρες, έρχεται η σειρά μου. Ερώτηση γιατρού «Σας έχω ξαναδεί;» (καμιά φορά στα όνειρα σας ή στη Συναυλία του Ark Festival;). Με λίγα λόγια του εξιστορώ τους καθημερινούς εμετούς (σε αηδίασα), το σφίξιμο στο στομάχι, τον πόνο στο στήθος. Με κοιτάει διερευνητικά και με ρωτάει το κορυφαίο «Έχετε επισκεφτεί γυναικολόγο;» Θέλω να γελάσω και να κλάψω ταυτόχρονα. Τον καθησυχάζω, λέγοντας ότι δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος (διότι περί κινδύνου πρόκειται).

Προχωράμε σε υπέρηχο. Όλα τα ζωτικά μου όργανα λειτουργούν τέλεια. Αυτό τους έλειπε, σκέφτομαι. «Έχετε άγχος» μου λέει εκείνος. Σώωωωωωωπα, θέλω να φωνάξω με 652 δόσεις ειρωνείας. Κάτι σας απασχολεί έντονα και αυτό σας έχει προκαλέσει οισοφαγική παλινδρόμηση. Θα πρέπει να κάνετε αγωγή με φάρμακα για ένα μήνα, σε συνέχεια γαστροσκόπηση, εξετάσεις αίματος και βλέπουμε.

Μια φωτοτυπία βρίσκεται στα χέρια μου. Κομμένα : τα όσπρια, τα λιπαρά, ορισμένα φρούτα, τα γαλακτοκομικά, οι ξηροί καρποί, το αλκοόλ, ο καφές-σοκολάτα, τα γλυκά με μέλι, περιορισμός του τσιγάρου, να τρως αργά, να μασάς 42 φορές την κάθε μπουκιά, να κοιμάσαι με το κεφάλι 15 πόντους πιο πάνω από το υπόλοιπο σώμα, να πέφτεις για ύπνο περίπου 3 ώρες μετά από κάθε γεύμα, να….

Η λίστα με τα «μη» δεν έχει τελειώσει, όμως το σφίξιμο είναι ακόμα μεγαλύτερο. Τελικά αναρωτιέμαι αν μπορώ ν’ αναπνέω, ή μήπως πρέπει να περάσει στη λίστα με τα «μη». Με λίγα λόγια, πρέπει για ένα μήνα να κάνω τ’ αδύνατα δυνατά, για ν’ αποφύγω τη γαστροσκόπηση, αλλιώς θα ξερνάω σαν γατί ακόμα και το νερό που πίνω. Με το φαγητό έχω περιοριστεί, αλλά με τον καφέ και το τσιγάρο τα πράγματα είναι σκούρα. Deep black. Το έχω ρίξει στο τσάι, όσο για το τσιγάρο; Είναι από τις περιόδους που το έχω πιο πολύ ανάγκη, αλλά προτιμώ να πείσω τον εαυτό μου οτι δεν του συμβαίνει τίποτα σπουδαίο, άγχος είναι θα περάσει, όπως τόσα άλλα.

Περαστικά μου λοιπόν,
Jane

Σχεδόν πέντε …

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 20th, 2010

Κάτι μήνες τώρα, τοποθετώ στις ελπίδες στολίδια. Μικρά ψέματα, πολύ ενθουσιασμό, αρκετά χαμόγελα αλλά η απαισιοδοξία με τρακάρει με μετωπική. Τα θραύσματα έχουν πληγώσει ανεπανόρθωτα το σώμα, μα πίο πολύ την αυτοεκτίμηση μου.

Τέσσερις μήνες και κάτι, ξεγελάω τον εαυτό μου, υποτιμώ το ένστικτό μου, πιστεύω σε εκείνα που θα έρθουν και θα είναι καταστροφικά (για ποιόν; ). Επέλεξα το παραμύθι μου, αλλά ποτέ δεν αγάπησα τους κόντρα ρόλους. Από την άλλη είναι απλά ένας ρόλος. Μονότονος, υπερβολικός, μεγαλόψυχος, ναζιάρης όμως συνέχεια περιττός.

Κάποιος μου είπε οτι τα καινούρια, πριν καλά καλά το συνειδητοποιήσουμε, θα παλιώσουν. Θα μας χαρίζουν ένα πλατύ χαμόγελο ή ένα δάκρυ στα μάτια. Τα στολίδια βρέθηκαν στο πάτωμα, έγιναν χίλια κομμάτια. Κι όμως οι μάσκες δεν έπεσαν ακόμα. Τα πρόσωπα μοιάζουν ακόμα αθώα, πολλές φορές έκπληκτα, στην πραγματικότητα στη θέση τους σωστά και ωραία βολεμένα.

Όταν οι αλήθειες πάρουν το δρόμο τους, τα ψέματα γίνουν παρελθόν θέλω να μη συμμετέχω στο κοινό. Η φυγή μου δε θα είναι θριαμβευτική, με αποφωνήσεις εν βρασμώ ψυχής. Θα αφήσω το κοινό να πατήσει στα κομματάκια των στολιδιών, να ευχαριστιέται όταν θα καταστρέφει κάθε μικρή χαρούμενη στιγμή, με έκπληξη να κοιτά τα χαλάσματα, με ενθουσιασμό να κατατροπώνει τις τρέλες και η λησμονιά να κερδίζει έδαφος.

Με ρώτησες κάποιο βράδυ, τελείως απερίσκεπτα «Πόσες φορές έχεις ερωτευτεί;». Μάλλον πρέπει να τις ξαναμετρήσω, γιατί δυστυχώς κάτι μου δια-φεύγει. Τελευταία χάνω το μέτρημα.

Recycle Bin ή Shift+Delete,
Jane

Παραμύθι ενός Σαββατοκύριακου

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 14th, 2010

Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι τυχαία και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. To παρακάτω κείμενο είναι παραμύθι από αναγνώστη.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κομοδίνο, στρατιωτάκι αμίλητο κι ακούνητο. Πού και πού άνοιγε μια πόρτα, έβλεπε κόσμο και έπαιρνε αέρα. Αυτήν την Παρασκευή η πόρτα έμεινε κλειστή, ε είναι και τα χρόνια βλέπετε, αντίκα πλέον, δεν είναι και να το βλέπει συνέχεια ο κόσμος.

Έκατσε, ξανάκατσε με τα πολλά άνοιξε ένα παράθυρο μήπως ξεστραβωθεί. Άνοιξε αυτό που τον τελευταίο καιρό ανοίγει συνήθως, όταν θέλει αέρα, όταν θέλει να δει πώς είναι να κάνει κάποιος βόλτες, εκεί που δεν μπορεί να κάνει μόνο του. Και τότε ένα ρεύμα ήρθε πάνω του και το αναποδογύρισε, για την ακρίβεια ούτε κατάλαβε από πού του ήρθε. Ξανακοίταξε. Του έμοιασε σαν να είδε απέξω μια γνώριμη φιγούρα, σαν να κοίταζε στον καθρέφτη.

Έκλεισε το παράθυρο, το ξανάνοιξε αμέσως, προσπάθησε να δει, δυσκολεύτηκε. Δεν είχε συνηθίσει να βλέπει τον εαυτό του απ’ έξω, αναρωτήθηκε, δεν το πίστευε. Η αλήθεια είναι ότι ο καθρέφτης ήταν παραμορφωτικός, το έδειχνε όμορφο, καλογυαλισμένο και όχι όπως πραγματικά ήτανε. Έτσι δεν το πίστευε, όχι από καλοσύνη που λένε
μερικοί, (στα καλάθια δε χωρεί θα έλεγα), άλλα μάλλον επειδή δεν μπορούσε να το αντιληφθεί. Πού ακούστηκε άλλωστε κομοδίνο να μπορεί να
σκέφτεται;

Το Σαββατοκύριακο το βρήκε ακούνητο και κλειδωμένο. Γιατί στα δύσκολα, για άλλους εύκολα, θέλει να είναι μόνο του, να μπερδεύεται, να αναρωτιέται και να χάνεται, χωρίς να το βλέπει κανένας. Ενίοτε να κρύβεται με έναν κόκκινο κύκλο πάνω του. (Μεταξύ μας δεν ξέρω πόσο αποτελεσματικό είναι αυτό).

Προσπάθησε να σκεφτεί, έστω το λίγο που μπορούσε και θυμήθηκε. (Κάθε καλό παραμύθι έχει και ένα flashback, έτσι για σασπένς). Διαπίστωσε λοιπόν ότι τον τελευταίο καιρό κάθε του ενδιαφέρον άνοιγμα στον κόσμο είχε κάτι το κοινό. Μία ήταν η δίοδος προς αυτό. Είχε βρει ενδιαφέρον, όρεξη για πράγματα που είτε δεν ήξερε είτε τα είχε ξεχάσει. Άρχισε να του αρέσει ο καπνός από τα βαριά τσιγάρα και ο ήχος από μια γνωστή παράκληση.

Επανήλθε. Από τη μία του άρεσε η ζωή του όπως ήταν, είχε ισχυρούς δεσμούς με αυτήν δε σκεφτόταν να την αλλάξει, να την προδώσει. Από την άλλη του άρεσε ο έξω κόσμος, του άρεσε να παρακολουθεί αυτά που εκείνο δεν μπορούσε να κάνει. Εκεί, όμως, έκανε το λάθος. Ήθελε να μάθει περισσότερα, νοιαζόταν πραγματικά, αλλά πέρασε τη γραμμή, αυτή που χωρίζει τους θεατές από τους πρωταγωνιστές. Και σε ένα έργο, ακόμα και αν το θέλεις, δεν μπορείς να έχεις και τους δύο ρόλους και πάνω απ’ όλα δεν μπορείς να κρύβεσαι και να γίνεσαι κάθε στιγμή αυτό που εσύ έχεις ανάγκη. Έτσι, έπρεπε να μπει και τελικά μπήκε στη θέση του, με όποιο κόστος αυτό συνεπάγεται. Καλύτερα αυτό παρά οι άλλοι που στην τελική δε φταίνε.

Το παράθυρο έμεινε ανοιχτό και παρότι το ρεύμα συνέχιζε να το χτυπάει,
δεν έκλεινε. Με τα πολλά πήγε Κυριακή. Και αν δεν ήταν η πιο σταθερή
μας σχέση, θα πήγαινε και Δευτέρα και Τρίτη.

Ένα μόνο ήθελε να πει, αν μπορούσε να μιλήσει: ευχαριστώ και συγγνώμη μαζί. Ούτε ήξερε το γιατί, πάντα έτσι ήτανε, άλλωστε…

Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…

Ζει η ελληνική μουσική;

Παρασκευή, Αυγούστου 27th, 2010

Τουλάχιστον 3 ώρες από την καθημερινότητα μου, αφιερώνονται στις ερτζιανές συχνότητες, στο ελληνικό ραδιόφωνο. Θα με αποκαλέσεις μαζόχα για τις μουσικές μου επιλογές, ψυχολογικά πιστεύεις πως είμαι ράκος και η απογοήτευση είναι συνώνυμη των στίχων, που πολύ αγαπώ.

Sorry, αλλά τα «νέα» ακούσματα, με λίγες εξαιρέσεις, με αφήνουν αδιάφορη. Η ελληνική μουσική επαναλαμβάνεται, ανακυκλώνεται, μένει στάσιμη και προσμένει από τη στάχτη να βρει θησαυρούς; Ή μήπως τα φρέσκα ακούσματα, οι εναλλακτικές μουσικές, οι νέοι δημιουργoί βρίσκονται μόνο στο myspace και απλά δεν προωθούνται κατάλληλα; Πάντως η playlist έχει κατακλύσει το ραδιόφωνο, τους παραγωγούς, που πλέον είναι άφαντοι. Έχει αντικαταστήσει τους djs, στα in μαγαζιά της παραλιακής και όχι μόνο (ω ναι οι djs δε μιξάρουν μόνο dance κομμάτια και R’n'B).

Τα πολυκαταστήματα παίζουν Λάμψη ή Best. Οι ταξιτζήδες της πόλης ακούν Skai ή Derti. Στα μικρά cafe ο Love Radio έχει τον πρώτο λόγο και σε κάτι απαρχαιωμένα στέκια («μποέμ», «κουλτουριάρηδες», «διανοούμενοι») ακούνε Μελωδία FM, ενώ η κλάψα δίνει και παίρνει.

Με χαρακτηρίζεις υπερβολική; Μάλλον είμαι. Εν έτη 2010 σε γνωστό σταθμό της πόλης ακούω «Να μπορούσα στα σύννεφα να ‘χα εγώ βενζινάδικο». Τραγούδι του 1991, σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου, παραδοσιακό, με μεγάλη επιτυχία, όμως η μουσική προχωράει (τουλάχιστον θα έπρεπε να κάνει βήματα προς τα εμπρός). Δεν άλλαξα, η ίδια είμαι. Εκείνη που ακούει έντεχνες μουσικές χρόνια τώρα, που εκτός εγχώριων καλλιτεχνών, μόνο τους Deep Purple κατάφερε να ακούσει, κλεφτά σκαρφαλώνοντας στα βράχια του Λυκαβηττού. Απλά είπαμε να ανενωθούμε λιγάκι. Τι λές;

Ολίγον τι απογοητευμένη,
Jane

Όταν βλέπω θάλασσα…

Σάββατο, Αυγούστου 7th, 2010

Μεγάλωσα σε πεδιάδα. Το μόνο νερό που είχε ο τόπος μου, ήταν οι σούδες, που εξυπηρετούσαν τους γεωργούς στις καλλιέργειες. Με αυτά τα προιόντα τρέφαν οικογένειες, μεγάλωναν παιδιά, από την καρπερή γη. Δεν έχω παιδικά χρόνια που να θυμούνται ηλιοβασιλέματα σε καταγάλανα νερά, βόλτες σε ασβεστομένα σοκάκια, ψαράδες να απλώνουν τα δύχτια στ’ ακρογιάλι, συμβατικά πλοία που να μας ταξιδεύουν ως τον Πειραιά, συνήθως τις γιορτές.

Θυμάμαι κάτι βόλτες με τα ποδήλατα μας, κάταγμα κλείδας λόγω έλλειψης φρένων, πόνος ακόμα και στην προσπάθεια αναπνοής. Πόδια γεμάτα σημάδια από τα τσιμπήματα αμέτρητων κουνουπιών, πρώτος βοηθός της γιαγιάς στο ξεκουκούτσιασμα για την παρασκευή βυσσινάδας (αγαπημένο ποτό). Μια αυτοσχέδια κούνια να στηρίζεται στη λωτιά της αυλής μας (κατασκευή του πατέρα μου). Τρίωρη προπόνηση με σκηνάκι, σε φρεσκοασφαλτοστρωμένο δρόμο, μέτρημα παγωτών με αγωνία, διότι πάντα μειονεκτούσα λόγω ευαίσθητων αμυγδαλών. Πολιτιστικές εκδηλώσεις τα τέλη του Αυγούστου κι η χορωδία να λέει «Έλα μαζί μου κάπου να πάμε, χέρι με χέρι«.

Μάλλον για αυτό στις διακοπές, όταν βλέπω θάλασσα, δε την κουράζω (μόνο με το βλέμμα). Υπνοτίζομαι από το βαθύ γαλάζιο και παραδίνομαι στον ηλιόλουστο Μορφέα. Δροσίζομαι για 10 λεπτά και μετά αρκούμαι στο άκουσμα του κύματος που παφλάζει. Με εξαιρετική ιδιοτροπία θέλω να είναι καθαρή, να θυμίζει ταξίδι, χαλάρωση, να μας εμπνέει.

Τα παραπάνω είναι όλοι οι λόγοι που τα νερά της Αττικής και ιδιαίτερα ο Πειραιάς, δεν εχει την «πιό γλυκιά θάλασσα». Ίσως να μου έλειπε η θέα της αν είχα μεγαλώσει αλλιώς, αλλού… Ψηφίζω πολυμορφικό-πολυφυλετικό Κέντρο, τουριστικό Μοναστηράκι, αυτόνομα Εξάρχεια & θέα Λυκαβηττού.

Πάμε διακοπές,
Jane

Σ’ οδηγάει ο δρόμος…

Δευτέρα, Ιουνίου 14th, 2010

Λευκή Καταιγίδα

Την πρώτη φορά ήταν σαν να χε αρπάξει φωτιά
κάπου μέσα βαθιά κάτι μες την ψυχή μου
κοιτούσα τις φλόγες κι αυτόν τον αέρα μακριά
να αλλάξει αργά τις σκιές της ερήμου

Χορεύοντας μου ‘δείξες μέσα σε πέντε λεπτά
τι θα πει πουθενά και πως χάνεται ο χρόνος
ότι αν το πιστέψεις στα αλήθεια η αγάπη μπορεί
ότι αν αφεθείς σ’ οδηγάει ο δρόμος

Από τότε περάσανε χρόνια κυλήσαν νερά
όμως κάπου βαθιά η φωτιά καίει ακόμη
λυπάμαι που έφυγα εκείνη τη νύχτα κρυφά
βιαστικά και χωρίς να ζητήσω συγνώμη

Το μόνο που θα θελα κάποτε αν σε ξαναδώ
είναι να πω ευχαριστώ για το θαύμα που είδα
και να δώσω για μια τελευταία φορά το ρυθμό
στον τρελό σου χορό στην λευκή καταιγίδα

Αυτό το Πλοίο που όλο φτάνει (2010)
Παύλος Παυλίδης

Μερικές εβδομάδες, το παραπάνω τραγούδι παίζει στο repeat μερόνυχτα. Κρατάω σαν κόρη οφθαλμού το στίχο «Αν το πιστέψεις στα αλήθεια η αγάπη μπορεί, ότι αν αφεθείς σ’ οδηγάει ο δρόμος» και συνεχίζω το χορό. Μερικά λεπτά είναι αρκετά. Αξίζουν περισσότερο από χρόνια, μοιάζουν σαν όνειρο και κάνουν την καρδιά να χτυπάει σαν μπάντα της ska μουσικής.

Θα προτιμούσα ένα χαμόγελο παρά μια συγνώμη,
Jane

Ζωντανή στην πόλη

Παρασκευή, Ιουνίου 11th, 2010


Photo by emprosdrama.blogspot.com

Μερικά πράγματα μας ρίχνουν στα τάρταρα (κ. Πετροχείλο μου), όπως τα καλοκαίρια στην πόλη, λόγω ζέστης δεν αντέχονται. Όταν ο υδράργυρος χτυπάει κόκκινο, όταν οι διακοπές αργούν, όταν η δουλειά αυξάνεται, όταν οι αποφάσεις είναι μαρτύριο, όταν η πλάτη σου θέλει μασάζ και όταν ο υπολογιστής σου έχει κάνει τα μάτια αυγά, τότε βρίσκεις μικρές οάσεις τις μέρες του καύσωνα.

- Καλοκαίρι με το παγωτό στο χέρι, στις 3 το βράδυ μετά από ατέλειωτο χορό στα μπαράκια στου Ψυρρή.
- Περπάτημα στο κέντρο της Αθήνας, για να πάρουμε το Χ14 μια καθημερινή στη 01:00 και το laptop να μου κουράζει τη μέση.
- Μαβίλη για βρώμικο στις 5 το πρωί, παρέα με γέλια και τα περιστέρια να κουρνιάζουν στα λιγοστά δέντρα της πλατείας.
- Συλλογή από αυτοκόλλητα Panini, στα 31 σου χρόνια.
- Κουρτίνες παγωμένου αέρα, στα μικρά καφέ του κέντρου.
- Το πάρκο στη Ριζάρη, με κρύο τσάι στο χέρι.
- Πικ νικ στην Ακαδημία Πλάτωνος, παρέα με ένα βιβλίο.
- Άδεια η Κηφισίας μετά τις 2 το βράδυ.
- Καφέ στα Starbucks στις 7 το πρωί, πριν αρχίσει η τρέλα του γραφείου.
- Χρωματιστά μαλλιά και μαυρισμένα σώματα. Άτιμε ήλιε, σε λατρεύω!
- Κατεβασμένες τέντες, μόνο τα ξυπόλυτα πόδια μπορείς να διακρίνεις που περπατούν με βήματα χαλαρά, καλοκαιρινά.
- Εκπτώσεις τον Αύγουστο. Οι τιμές πέφτουν και η θερμοκρασία ανεβαίνει.
- Με μια σαλάτα και λίγο καρπούζι έχεις συμπληρώσει απίθανο-δροσερό γεύμα.
- Συναυλίες στο Λυκαβηττό, στο Θέτρο Βράχων, στο Θέατρο Πέτρας. Ο Μάλαμας στη σκηνή και εσύ αδειάζεις μπύρες σε κουτάκι.
- Badminton & Half Note συνωμοτούν και χαρίζουν jazz ήχους κάτω από τ’ αστέρια.
- Βόλτα μέχρι το Καβούρι beach, με γαρίδες και κρύα μπύρα, καθώς ο ήλιος δύει.
- Μουσικές από τα μπουκωμένα ηχεία του Ibiza, που μεταδίδουν το bit στο μποτιλιάρισμα της παραλιακής.
- Ντύσιμο σε 1 λεπτό. Τα ρούχα βγαίνουν σε 30 δευτερόλεπτα. Εύκολα και γρήγορα.
- Βότλα με το τουριστικό τρενάκι στα στενά της Πλάκας.
- Κολλημένη σκόνη, από το Terravibe στο πετσί σου, μετά από συναυλία του Bod Dylan.
- Ουζάκι και ποικιλία στη Μορφή, στο Θησείο.
- Θερινοί κινηματογράφοι με παλιές ταινίες που έγιναν θρύλοι.

Τώρα προσγειώσου γιατί οι διακοπές αργούν και ο καύσωνας θα σε βρει στις ουρές της Εργατικής Εστίας για εισιτήρια του Κοινωνικού Τουρισμού, που τελικά θα χαρίσεις, γιατί είσαι γενναιόδωρος άνθρωπος.

Μέση – πλάτη – πόδια προς απόσυρση,
Jane

Μπέρδεμα στο μπέρδεμα

Δευτέρα, Μαΐου 31st, 2010

Μπέρδεμα: Ουσιαστικό, ουδέτερο που σημαίνει ανακάτεμα, αναστάτωση. Τις περισσότερες φορές με αρνητικά αποτελέσματα και σπάνια με θετική εξέλιξη. Συνήθως οδηγεί σε αδιέξοδο, ψυχολογικό ή συναισθηματικό. Αναφέρεται σε καταστάσεις αναποφάσιστες, περίπλοκες, με διλήμματα, πολλά πρόσωπα εμπλέκονται στις περιπτώσεις αυτές και όχι δεν είναι για καλό.

Τα μπερδέματα φέρνουν ψέματα. Κρύβουν πολλές αλήθειες και μας κάνουν να εθελοτυφλούμε. Μας επιστρέφουν νοερά στο παρελθόν, για να μη χάνουμε τα σίγουρα. Ακόμα κι αν πληγωθήκαμε από το παρελθόν, συχνά πυκνά το φέρνουμε σαν ανάμνηση τις «μπλεγμένες» στιγμές μας και νομίζουμε πως τότε όλα ήταν αλλιώς. Ψευδαίσθηση. Με λίγα λόγια, η αίσθηση ότι κάτι είναι αληθινό ενώ δεν είναι ή καλύτερα δεν ήταν ποτέ.

Μπορείς να με οδηγήσεις στο τέλος; Μπορώ να δω φώς χωρίς να φοβάμαι; Μπορώ να επανέλθω στην αναισθησία μου, ήρεμα, με τάξη; Μπορώ να μη σκέφτομαι;

Πόσο ακόμα παρελθόν…,
Jane

Μιά τρέλα…

Παρασκευή, Μαΐου 21st, 2010

Νιώθω ότι η πίεση μου, παίζει παράξενα παιχνίδια, όπως το μυαλό μου. Ζαλίζομαι, λιποθυμώ και ξέρω πώς κανείς δεν θα έρθει να με σώσει. Μόνο η ηρωίδα από το «Αν ήταν όλα αλλιώς» μπορεί να με καταλάβει, να μου χτυπήσει τον ώμο με συμπόνια, να μου δώσει χέρι βοηθείας. Καθότι ο Μορφέας με έχει ξεχάσει αρκετές εβδομάδες τώρα, που και που με επισκέπτεται κάτι μεσημέρια, παρέα με φράουλες, σαντιγύ και κάτι βλέμματα γεμάτα απόγνωση ή θαυμασμό.

Μπήκα σε ένα ταξί. Ο οδηγός πατημένα 60, με το ράδιο στους 99.2. Άκουγε Manu Chao, στις 9 το πρωί. Αμέσως τον συμπάθησα. Με μακρύ νύχι στο αριστερό του χέρι, δείγμα οτι παίζει κιθάρα. Ζαρωμένο πρόσωπο, πρεσβυωπικό γυαλί. Με ένα αναστεναγμό μονολογεί «Αθήνα πώς σε καταντήσαμε». Κάπως έτσι ξεκινάει η ιστορία της ζωής του. «Είμαι από το ‘52 στην Αθήνα. Δεν γεννήθηκα εδώ, αλλά σε επαρχία. Θυμάμαι τη Μιχαλακοπούλου όταν ήταν ακόμα ρέμα. Η Σεβαστουπόλεως το ίδιο. Τα προάστια χωρίζονταν μεταξύ τους με αλάνες και η απογραφή του ‘54 έδειχνε πληθυσμό στο λεκανοπέδιο, 1.350.000 κατοίκους. Κάτοικοι με όνειρα, με θελήσεις, με όρεξη, με ελπίδα. Πώς γίναμε;» Ζωή πώς σε καταντήσαμε (;), ψιθύρισα.

Συνειρμικά άρχισα να ζητώ τις αλάνες, χώρο για να τρέξω, να ξεχάσω, να μπορώ να θέλω. Δε ζητούσα βόλτες στο κέντρο, μπαράκια με κρύα μπύρα και γέλια φίλων. Ήθελα μόνο να τρέξω, ήθελα να μην θέλω τα «πρέπει», ήθελα να κοιμάμαι ήρεμη για χρόνια σε μαξιλάρι από απαλό δέρμα.

Έτσι έρχεται η στιγμή που ανατρέχω στα παλιά, νοσταλγώ παρουσίες, επισκέπτομαι νοσοκομεία, αναζητώ αναμνήσεις, ακόμα και δυσάρεστες. Καθόλου φυγόπονη, για ακόμη μια φορά. Όπου πόνος ή δάκρυ, θέλω να είμαι εκεί. Πιο οικείο το περιβάλλον, πιο ξεκάθαρα τα πράγματα, αδιέξοδα αλλά ξεκάθαρα.

Πατώντας όρκους,
Jane

Σουρεαλισμός…

Τρίτη, Απριλίου 20th, 2010

Η ιστορία δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή καταστάσεις. Τυχόν συμπτώσεις μπορούν να λυθούν μέσω e-mail: voltes@voltes.info ή με ένα απλό comment.

M’ έπιασε κάτι να στο πώ…

-Χάρηκα, είπε εκείνος δειλά. -Και γω, απάντησε εκείνη. Όμως μέσα της, είχε βρίσει όλα τα θέλω της, είχε μετανιώσει που έβλεπε σε εκείνον όλα τα standards που είχε θέσει, αυτό που αποκαλούσε «καλοσύνη», κατανόηση και άλλα πολλά. Δεν θα βγει αναίμακτη, από τον πόλεμο με τη λογική. Κάθε «ποτέ» που είπε στο παρελθόν, έγινε αντίπαλος.

Με τον καιρό άρχισε να απειλείται, η λογική αδυνάτισε, το συναίσθημα μιλούσε, αλλά τι να της πει και αυτό (;). Πνιγόταν. Δεν μπορούσε να το διαχειριστεί, εκνευριζόταν, γινόταν απότομη. Άρχισαν οι ερωτήσεις. Ερωτήσεις απλές, καθημερινές, με ενδιαφέρον. Μετά μια παράσταση, αργότερα ένα live, στη συνέχεια ένα ποτό. Ένιωθε οτι ήρθαν δυο μάτια ανήσυχα να την ελέγχουνε ή να την προσέχουνε (;).  Ύστερα ήρθε το αίσθημα του φόβου. Έστρεφε το βλέμμα της γιατί προσπαθούσε να κρυφτεί. Από ποιόν, από τι;

Διαβάζει την faq. Αφοσιωμένη στη συνέντευξη του Λεωνίδα Μπαλάφα, κρατά το ανακυκλωμένο χαρτί, ξεφυλίζει ανέμελα τις σελίδες. «Η Faq», του είπε. «Eμένα;», την ρώτησε γελώντας. Δεν την περίμενε αυτή την ερώτηση, δεν ήξερε πως ν’ αντιδράσει. Έχασε το χιούμορ της, απόρησε, δίστασε, παραλίγο να αλλάξει χίλια χρώματα. Δέκα φράσεις ήρθαν στο μυαλό της. «Έναν μονιμά; Ποτέ!». «Από πότε η ζυγαριά μπορεί να με κομπλάρει;» «Θες να το συζητήσουμε;» «Πράγματι, κομοδίνο δεν υπάρχει δίπλα στο κρεβάτι μου». «Πού είναι η αναποφασιστικότητα σου;» Πολλά τέτοια έξυπνα, αλλά προτίμησε να μείνει σιωπηλή.

Όταν ένιωθε ευάλωτη ήταν αγνώριστη. Πίστευες ότι είχε πολλές προσωπικότητες, εγκλωβισμένες σε ένα σώμα. Εκείνος θεώρησε οτι το απότομο ύφος, έπρεπε να τον φοβίζει. Δυστυχώς είχε νεύρα με τον εαυτό της και ενοχές με το μυαλό της. Αν την είχε ψυχολογήσει καλύτερα, θα γνώριζε οτι βρήκε αυτό το «κάτι» που ίσως ήθελε. Όμως το «κάτι» συνοδεύεται πάντα με «κάτι» άλλο.

Υ.Γ. Κάπως έτσι η μαγκιόρα γίνεται κότα, η γάτα μπούφος και η τρελιάρα σοβαρή.

And so the story ends or begins,
Jane