Archive for the ‘Σκέψεις’ Category

Τίποτα για τα Χριστούγεννα

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 23rd, 2011

Δε θα γράψω τίποτα για τα Χριστούγεννα. Γαλοπούλες, στολίδια και ευχές με αφήνουν αδιάφορη. Η γαλοπούλα σε βαριστομαχιάζει, τα στολίδια σπάνε, οι ευχές δεν πραγματοποιούνται. Οχι λόγω απαισιοδοξίας, λόγω αδιαφορίας περισσότερο.

Σε Spam mail με υγεία, αγάπη, ευτυχία και χαρά, δεν απαντώ. Τα δέχομαι αλλά δεν απαντώ. Ας πάρω καλύτερα τα βιβλία, που μου πρότεινε ένας φίλος, να διαβάζω ιστορίες άλλων. Να κρύβουν μυστήριο, αποτυχία, ευτυχία και πάλι από την αρχή. Παρέα με φωτιά. Πραγματική φωτιά. Να καίγεται το ξερό ξύλο, παράλληλα με μένα. Τα κουκουνάρια να πετάνε σπίθες, καθώς γυρίζω τις σελίδες. Ενώ στα ακουστικά μου θα ακούγεται αυτό.

Δε ζητάμε ονειρεμένες μέρες, πάρτυ, διασκέδαση, πολύ φαγητό και χλίδες. Αυτά είναι για εκείνους που θέλουν να ζουν με ψευδαισθήσεις. Ήρεμες μέρες, με απομόνωση και διάβασμα. Απαραιτήτως καφές, σε κούπα και τσιγάρα στριφτά.

Να περάσετε καλά (με αυτογνωσία),
Jane

Όταν κάνεις πρόγραμμα…

Δευτέρα, Νοεμβρίου 21st, 2011

Όταν εσυ κάνεις «πρόγραμμα», ο Θεός απλά γελάει σαρκαστικά…

Του Γιάννη Παπαδημητρίου από το protagon

Βγήκε από την κεντρική είσοδο του Ευαγγελισμού ανέκφραστος, συγκρατημένα κατηφής. Φορούσε ένα ξεφτισμένο πράσινο καπέλο της ομάδας ράγκμπι των New York Jets για να κρύβει την καράφλα του. Κρανίου τόπος. Δυο χρόνια είχαν περάσει κι ακόμη δεν είχε συνηθίσει τη ξαφνική ερήμωση της κεφαλής. Τσαντιζόταν, εκνευριζόταν, εν ολίγοις το θεωρούσε αδικία. Διότι δεν επρόκειτο για κληρονομιά. Στο ένα χέρι κρατούσε τα τελικά αποτελέσματα των εξετάσεων, στο άλλο έπαιζε νευρικά κάτι κέρματα. Διέσχισε τη Μαρασλή για να αγοράσει καφέ. Στα πενήντα τρία του, ο κύριος Αριστείδης, δικηγόρος στο επάγγελμα, για πρώτη φορά στη ζωή του δεν τον παρήγγειλε σκέτο. Διπλό ελληνικό γλυκύ σε χάρτινο ποτήρι μιας χρήσεως. Άθελά του, κοιτώντας τη βροχή να σκάει δυνατά στο δρόμο, αναπόλησε τις ασυμμάζευτες, βραδινές βόλτες με τη μηχανή που έκανε μαζί με τη γυναίκα του προ πενταετίας στο Μπρούκλιν. Εν τέλει, κι ο ίδιος μιας χρήσεως ήταν.

Οι ιατροί του έδιναν το πολύ δυο βδομάδες. Απόρησε, αισθανόταν περδίκι. Απόρησε ξανά. Μα καλά, πως σταθμίζεται το υπόλοιπο της ζωής; Ρωτάνε τα κύτταρα; Αποφάσισε να μην ενημερώσει τους πελάτες του. Δεν θα ξόδευε το χρόνο του στις υποχρεώσεις. Άλλωστε, στη δουλειά επενδύεις χρόνο για να κερδίσεις χρήματα. Αυτός δεν είχε τίποτα να προσμένει. Χωρισμένος, με δυο γιους. Ο ένας σπούδαζε αναισθησιολόγος στη Νέα Υόρκη, ο μικρότερος ήταν ασφαλιστής στην Αθήνα. Μάλιστα, του είχε φτιάξει ένα συμβόλαιο ασφάλειας ζωής, από το οποίο θα λάμβανε 160.000 ευρώ όταν θα έφτανε στα εξήντα πέντε του. Πληκτρολόγησε στο κινητό τον αριθμό του μικρού, ήταν ο μόνος που θυμόταν. «Έλα Αντώνη, θέλω να βρεθούμε. Τώρα, είναι επείγον. Ραντεβού στις δύο, στο Γκάλαξι, ξέρεις που, απέναντι από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη».

Κάθισαν μπροστά από τη ξύλινη μπάρα, σαν επιβάτες τρένου. Το ουίσκι ήρθε σβέλτα. Στο χρόνο έβαλαν απουσία. Είχαν καιρό να βρεθούν, ο Αντώνης έφταιγε που έβρισκε κάτι φθηνές δικαιολογίες, του τύπου «τώρα με την κρίση δουλεύω δεκαπεντάωρα», «πήζω», «δεν προλαβαίνω», «μένουμε μακριά». Όλο κάτι τέτοιες μπούρδες τσαμπουνούσε. Τώρα, στην πρόσκληση του πατέρα του είχε ανταποκριθεί αμέσως. Ο Αριστείδης κατέβασε δυο τρεις γερές γουλιές. Μούδιασε τη γλώσσα του με το ποτό και χωρίς κωλυσιεργίες, ξεκίνησε. «Άκου να δεις μικρέ, πεθαίνω. Δε θέλω μελοδραματισμούς και συγκινήσεις, ούτως ή άλλως δεν θα σου λείψω. Ίσως σε απαλλάξω και από τις αόριστες τύψεις που νιώθεις επειδή με αποφεύγεις. Θέλω, αν δεν σου είναι δύσκολο, να μου κάνεις μία χάρη». Ο Αντώνης, με τις τύψεις ορατές πλέον στο τικ που εμφανίστηκε στο λαιμό, κοιτούσε σιωπηλός. Βουτηγμένος στη ντροπή. Σκεφτόταν πως ό,τι κι αν του ζητούσε, θα το έκανε.

«Θέλω αγόρι μου να αγοράσεις το συμβόλαιο ζωής που μου πούλησες. Εμένα η ασφαλιστική μου δίνει 50.000 ευρώ. Θα το πάρεις εσύ 65.000 και θα συνεχίσεις να πληρώνεις το αντίτιμο για τα επόμενα δώδεκα χρόνια. Σύμφωνα με όσα με έβαλες να υπογράψω, στη λήξη του συμβολαίου θα πάρεις 160.000 ευρώ συν το μέρισμα, που αυτή τη στιγμή βαριέμαι να υπολογίσω. Κατάλαβες;» Ο γιός του έγνεψε καταφατικά. «Μπαμπά, τι τα θέλεις τα λεφτά;», τον ρώτησε διστακτικά. «Να μη σε νοιάζει, τόσο καιρό δεν σε ένοιαζε, τώρα που πεθαίνω σε έπιασε ο καημός; Ούτε τη μάνα σου ούτε τον άλλον τον αχαΐρευτο θέλω να ενημερώσεις. Αύριο θέλω να δω τα λεφτά στο λογαριασμό μου». Τσούγκρισε το ποτήρι, ξεδίψασε με λίγο νερό, πλήρωσε το λογαριασμό και δίχως να τον χαιρετίσει, έφυγε βιαστικά. Τα πράγματα έγιναν όπως ακριβώς τα ζήτησε.

Σηκώθηκε το πρωί, πήγε στην τράπεζα για την ανάληψη, κι από το Παγκράτι έφτασε με τα πόδια στο Κολωνάκι. Στη διαδρομή κατέστρωνε το σχέδιό του. Φανταζόταν να κάνει μπάτσελορ στο χάρο. Μία ημέρα, πριν λήξει η προθεσμία των δύο εβδομάδων, θα καλούσε τους παιδικούς του φίλους στη βασιλική σουίτα της Μεγάλης Βρετάνιας (10.000). Θα τους κερνούσε φαγητό και κρασί από το πανάκριβο κελάρι του ξενοδοχείου (5.000). Όσο έτρωγαν, θα άκουγαν ζωντανά την αγαπημένη τους Νατάσα Θεοδωρίδου (15.000). Έπειτα, θα καλούσε είκοσι βίζιτες (20.000) και θα της άφηνε να κυκλοφορούν γυμνές, επιτρέποντας στους αληθινούς συντρόφους της ζωής του να κάνουν ό,τι γουστάρουν. Του έμεναν υπόλοιπο δέκα πέντε χιλιάρικα. Τελικώς, και με τα πενήντα κομπλέ ήταν. Τη στιγμή που αναλογιζόταν την πληρότητά του, ευτυχισμένος έστριψε αριστερά στην Ηρώδου Αττικού. Πάτησε ένα νεράντζι, παραπάτησε και παραλίγο να πέσει στο δρόμο. Ταράχτηκε, έπαθε ανακοπή, σωριάστηκε στο πεζοδρόμιο. Νεκρός με τσέπες γεμάτες για μια νύχτα.

Καρκίνος ή νεράτζι; Και τα δύο, φόβος!
Jane

Του Αγίου Φιλίππου

Δευτέρα, Νοεμβρίου 14th, 2011

Σαν σήμερα το 2006, έφευγε μια ψυχή και γεννιόταν μια άλλη. Έτσι είναι η ζωή, γεμάτη ανατροπές. Ήμασταν στην αίθουσα αναμονής. Έξω φυσούσε νευρικά και εγώ μετρούσα τα καλογυαλισμένα πλακάκια του 5ου ορόφου. Στο νούμερο 56 σταματάω το μέτρημα και αντικρίζω ένα ζευγάρι γυναικεία παπούτσια. Σηκώνω το βλέμμα μου. Ήρθε!

Ήρθε η πιο δυνατή αγκαλιά που έχω δεχτεί τα τελευταία 5 χρόνια της ζωής μου. Ήταν το κουκλάκι. Ντυμένο ζεστά. Άρχισαν οι ερωτήσεις. «Με την εγκυμοσύνη της Μ., όλα καλά; Πότε με το καλό;» Η κουβέντα σταμάτησε απότομα. Άνοιξε η πόρτα. Φάρμακα για τον πόνο. Μορφίνη. Όμως το μυαλό λειτουργεί πιο σωστά από ποτέ. «Η αδερφή σου, γέννησε;» Μέσα μου παρακαλάω για μια καταφατική απάντηση. Σαν ψέμα.

Μετά από μία ώρα περίπου, χτύπησε το τηλέφωνο. «Τρέξε στο μαιευτήριο. Σπάσαν τα νερά.» Με το κασκόλ στο ένα χέρι, τα κλειδιά στο άλλο, το κουκλάκι απομακρύνεται. Το δικό μου χέρι κρατάει δυο μωβ φλεβίτσες. Με δυσκολία ακούω τις λέξεις και τους σφυγμούς. «Σήμερα είναι του Αγίου Φιλίππου» και χαμογελά. «Όλα καλά θα πάνε.» Ήταν σχεδόν οι τελευταίες της προτάσεις που μπόρεσα να ακούσω καθαρά.

Κάπως έτσι, ήρθε στη ζωή ένα αγοράκι που βαφτίστηκε Φίλιππος. Οι μωβ φλεβίτσες, σταμάτησαν να τροφοδοτούνται με αίμα. Τα προφητικά λόγια, έφτασαν στο τέλος τους. Με μια ελπίδα και μια θετική απάντηση, που τελικά δεν ήταν ψέμα.

Υ.Γ. Χρόνια Πολλά Φιλιππάκη!

Μια ψυχή φεύγει μια ελπίδα γεννιέται,
Jane

Γλυκές Αναμνήσεις

Δευτέρα, Νοεμβρίου 14th, 2011

10/11/2011
Περνάω το φανάρι. Καθημερινά η ίδια διαδρομή. Βήμα γρήγορο. Τελικά πιο γρήγορα περπατάω, παρά τρέχω. Αέρας δυνατός, κρύος και με ορμή περίεργη. Πάλι καλά δεν βρέχει. Δεν το μπορώ το βρόμικο νερό της πόλης. Με θλίβει. Ποτέ δεν το αγάπησα. Ξεπλένει τους ανθρώπους ή τους λερώνει; Ποτέ δεν έμαθα.

Είχε πανσέληνο την περασμένη εβδομάδα. Πάλι συνειρμοί. Θυμήθηκα το πατίνι του Π., τις βελόνες πλεξίματος της Ν. για το φετινό κασκόλ του χειμώνα, τη ραπτομηχανή της Ό., τα αυτοκινητάκια του Π. πάνω στο καινούργιο χαλί, το άγχος του Β. σ’ ένα τιμόνι, μα πιο πολύ τη διαδρομή για τον παιδικό σταθμό με τον Κ. Ήμουν μόλις τεσσάρων ετών, εκείνος τριών. Από τα πιο χαμογελαστά παιδιά της τάξης. Το πιο διάσημο της γειτονιάς. Οχι λόγω μαγκιάς, λόγω χαράς. Όταν θυμάμαι τα μάτια και το χαμόγελό του, χαμογελώ κι εγώ δειλά.

Δυστυχώς δεν πρόλαβα να χτίσω μια φιλία χρόνων, αλλά κατάφερα να έχω μια από τις πιο γλυκές αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων. Ξέρω οτι ταξιδεύει παρέα με τα σύννεφα και τα μάτια του αστράφτουν μαζί με το χαμόγελό του. Όπως τότε που έτρωγε κουκου ρούκου κρυφά, ενώ σε μένα χάριζε τα αυτοκόλλητα.

Αυτοκόλλητα γλυκών αναμνήσεων,
Jane

Ιστορίες της Πανόρμου

Κυριακή, Οκτωβρίου 23rd, 2011

Πάνορμος χαρακτηρίζεται γενικά όρμος, ή λιμένας που παρέχει ιδιαίτερη ασφάλεια επί παντός καιρού. Αλήθεια, ήσουν ποτέ το λιμάνι μου; Ίσως…

Μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, καθισμένοι στο παγκάκι, τσεκάρουμε ποιος από τους δυο μας βλέπει πιο μακριά, χωρίς τους μυωπικούς φακούς. Γελάμε δυνατά! Τ’ αδέσποτα της Πανόρμου στα πόδια μας. Θέλουν να χαρούν μαζί μας; Η πόλη έχει φορέσει τα κασκόλ της και ετοιμάζεται να φωτιστεί από τα λαμπιόνια του Δήμου Αθηναίων. Μου προσφέρεις το πιο ζεστό πλεκτό…την αγκαλιά σου. Συνεχίζεις να μου θυμίζεις την καταγωγή σου, λέγοντας  «Θέλω σε!» Σε κοιτάζω ερευνητικά. Είσαι ο έρωτας; Αν ναι, τότε δε θα κρατήσεις για πάντα.

Ίδια εποχή. Ντυμένοι με παλτό και τους γραφικούς μπερέδες μας στο κεφάλι. Σιωπηλοί σε ένα υγρό bar. Blues λεγόταν, το θυμάσαι; Θα με φιλήσεις, για τελευταία φορά. «Θέλεις να μάθεις τη γνώμη μου για σένα;» Χωρίς ν’ απαντήσω ξεκινάς το μονόλογο. «Γενναιόδωρη, ειλικρινής, αστεία, ειρωνική, κοινωνική». Αποτελούμαι  μόνο από κοσμητικά επίθετα (;). Δειλά μου λες, «είσαι τα μάτια μου & ας μη βλέπω καλά». Θέλεις να τονώσεις τον εγωισμό σου. Ζητάς να σου αποκαλύψω τα «καλά» σου σημεία. «Εγώ για σένα;» Δίχως σκέψη…«Αχάριστος». Ο έρωτας πάντα είναι αχάριστος, φευγαλέος, επιπόλαιος και βραχυπρόθεσμος. Δεν είναι όρμος ή λιμάνι, υπόσχεση ασφάλειας ή σιγουριάς. Ποταμός είναι που στο πέρασμα του αφήνει μοναξιά. Σε χτυπάει στο αδύνατο σημείο. Μετά σε θέλει γερό, ικανό, με ψυχή, να τον ξεπεράσεις.

Περπατώ στη Πανόρμου, κοντοστέκομαι έξω από το Blues. Ρίχνω ένα χαμόγελο και συνεχίζω με βήμα γρήγορο. Σαν τον έρωτα κι εγώ…

Jane

Έσπασα

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 25th, 2011

Λίγα λόγια, για κάποιον που ξέρει να πει «Έσπασα». (ψυχολογικά-συναισθηματικά-κυριολεκτικά)

Είναι από εκείνα τα παιδιά, που σπούδασε. Έκανε μεταπτυχιακό. Παθιάζεται με την εκπαίδευση, γιατί ως επί το πλείστον έχει υπομονή. Ονειρεύτηκε, επειδή έχει όρεξη και κουράγιο, ν’ αλλάξει αυτό που λέμε σύστημα. Έφαγε τα μούτρα του, πολλές φορές. Δεν το έβαλε κάτω.

Θα τον δεις σε κάτι μπαρ να καπνίζει το τσιγάρο του αργά, φυσάει τον καπνό τους δίχως αύριο, με ένα αυτοσχέδιο cocktail στο χέρι, ένα κουρασμένο βλέμμα, να παρατηρεί τους γύρω. Πιστεύει κάποιες φορές πως είναι «Ψέμα όλα», αλλά μέσα του κρύβει καλά μια μικρή ελπίδα. Αυταπάτες οτι παρτάρει συνεχώς. Σε μόνιμη νιρβάνα απαισιοδοξίας τις περισσότερες φορές. Δίνει πόνο, παίρνει πόνο. Αν όμως συναντήσει κάτι πιο «μαύρο» από εκείνον, γίνεται ο άνθρωπος ατάκα. Εκείνος που θα σε κάνει να γελάσεις, μέχρι δακρύων.

Στα πρωτοβρόχια, βολτάρει με τον φωτογραφικό φακό της dslr. Αποτυπώνει το γκρίζο αυτής της πόλης. Η βροχή ξεκινάει μια νέα σεζόν για εκείνον. Η επιστροφή στη Σπιναλόγγα. Απομόνωσή για λίγους μήνες και πάλι έρχεται στο φως. Με την κίνηση στους δρόμους, που κάποιες στιγμές του λείπει, κι ας την έχει φάει στη μάπα για 28 χρόνια περίπου.

Ψέμα όλα,
Jane

Σε μιαν αιώρα

Παρασκευή, Αυγούστου 5th, 2011

Photo by katrinpi

Μεσημέρι, το θερμόμετρο δείχνει 38 βαθμούς υπό σκιάν. Σε μιά αιώρα καθισμένη κοιτάζει την απέναντι οικογένεια. Παιδία με ποδήλατα, πατέρας γύρω στα 45 αποροφημμένος στην εφημερίδα του. Αθλητική ή πολιτική; Δεν έχει σημασία όλες δουλεύουν copy paste.

Πιο δίπλα η σύζυγος. Ψάχνει ανάμεσα σε κατσαρολικά, μαζεύει τα άχρηστα σε μια σακούλα σκουπιδιών. Σκουπίζει τον ιδρώτα στο μέτωπό της με το βρεγμένο χέρι της. Ρίχνει μια ματιά στα παιδιά. «Πρόσεχε» φωνάζει στον πιτσιρικά που προσπαθεί να στηριχτεί στη μία ρόδα. Πρώτη σούζα στα 7 σου. «Πολύ ουάου φάση», που θα ‘λεγε και κάποιος. Ο πατέρας πριν γυρίσει σελίδα, ρίχνει μια αναίσθητη ματιά στο γιό του. Ο γιατρός που δεν τον έχει απασχολήσει ποτέ είναι ο αναισθησιολόγος.

Η αιώρα σταμάτισε την απλή αρμονική ταλάντωση. Το σώμα έμεινε σταθερό. Βαθιά ανάσα για να αντέξει τη σκέψη. «Πώς θες να είσαι σε τρία χρόνια από τώρα;», ρώτησε ο Γιώργος. Τα πρώτα ρομαντικά σενάρια άρχισαν να συνθέτουν το έργο. Εθελοντισμός στους γιατρούς του κόσμου, παρέα με φίλους σε μια παραλία με κιθάρες και φωτιές, ταξίδια στον κόσμο με κάποιον που σε κοιτάει και είναι το άλλο σου μισό, κάτι ταιριαστό. Λίγα χρήματα, βγαλμένα με όρεξη και αγάπη γ΄αυτό που κάνεις. Με χαμόγελο στα χείλη, δυο φιλιά στο μάγουλο από το Billako, μια καλημέρα που σε ηρεμεί, με πολύ μουσική που κάνει το σώμα ν’ ανατριχιάζει.

Απάντηση Γιώργου. «Κάπου στη Νότια Γερμανία, με δουλειά σχετικά με το MBA μου, διακοπές με ιστιοπλοικό τα καλοκαίρια, στα ελληνικά νησία. Δικό μου ιστιοπλοικό.» Αυτά είναι όνειρα ζωής; Σκεφτόμαστε ρομαντικά, ρεαλιστικά, πεζά, κοινότυπα, ακτιβιστικά; Κουραφέξαλα. Ο καθείς με οτι έχει στο κεφάλι του.

Εν τέλει ο Γιώργος θα γίνει ο σύζυγος με την εφημερίδα και η εθελόντρια θα περιοριστεί στο νεροχύτη της. Αντε και σ’ ένα στιγμιαίο λάθος, που θα προσπαθεί να σταθεί σε μια ρόδα. Αρκετά τα ταξίδια. Μόνο με το νου, πάνω σε μια αιώρα, με σενάρια, σκέψεις και κρύο τσάι στο ποτήρι.

Κατέβα από την αιώρα σε χαλάει,
Jane

Μια μέρα στη ρουτίνα

Παρασκευή, Μαΐου 27th, 2011


Photo by otithelw.blogspot.com

Μια μέρα μου, αρχίζει με ένα γραπτό μήνυμα κάπως έτσι : «Υπάρχει συμμορία που δρα σε Ν.Σμύρνη, Καλλιθέα, Γλυφάδα ρίχνοντας νερό στην πόρτα του κάθε διαμερίσματος και μόλις ο ιδιοκτήτης ανοίξει την πόρτα μπουκάρουν».

Συνεχίζει με κάτι συγκλονιστικό «Μικρή τετράχρονη νοσηλεύεται στο Παίδων με λευχαιμία. Απαιτείται Αίμα και Αιμοπετάλια». Σοκ, πόσο μάλλον όταν ξέρεις τη μικρή! Η ρουτίνα ξαναρολάρει όταν στην άλλη γραμμή ακούς αυτό το «μου» που σου τρυπάει τα μηνίγγια. Γιατί ξέρεις ότι πρόκειται για χάρη. Αλλά πόσες χάρες μπορείς να κάνεις σε ένα 24ώρο με ένα αργόσυρτο «μου»;

Πάλι πίσω στη ρουτίνα με κάτι πένθιμα «σε καταλαβαίνω» ή «συγνώμη δεν το ήξερα», προχωράει κουτσό παρέα με δύο depon, συνεχίζει με augmentin, δέχεται έναν πόνο στην πλάτη, ξεπλένει στο νιπτήρα όλη την ένταση της «αξιοπρέπειας», αραδιάζει τυπικά λόγια σε γνωστούς και φίλους, πάει για ύπνο διαβάζοντας ότι κάποτε ζητούσαμε Σύνταγμα, τώρα Κυβέρνηση.

Ενώ για καληνύχτα διαβάζει οτι «Μια μέρα θα είναι όλα λουλούδια και πεταλούδες. Σε αγαπώ, να κοιμάσαι να μη τα σκέφτεσαι». Από την άλλη διερωτάται «τι χρώμα έχουν τα λουλούδια και τι ταχύτητα αναπτύσουν οι πεταλούδες»; Αυτό το ανούσιο είναι που με φοβίζει τελικά!

Καλές ελπίδες σε όσους τις έχουν,
Jane

Αυτό που θα θελε να ζει

Πέμπτη, Μαΐου 19th, 2011


Photo by mistikaperasmata

Το πάρτυ – Οδός Ονείρων

Αυτή η γειτονιά είναι για όλους μας ένα κλουβί,
κανείς δε ζει αληθινά αυτό που θα θελε να ζει,
γιατί το όνειρο είναι μια στιγμή
κι όλες οι άλλες οι στιγμές απελπισία
μέσα σ αυτό το δρόμο γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε,
μαζί με μας και τα όνειρά μας, μαζί με μας και τα παιδιά μας.

Γι’ αυτό ένα πάρτι σ’ αυτό το δρόμο
είναι κάτι πιο λυπητερό κι από το θάνατο,
είναι ένα γραμμόφωνο που ολοένα ξεκουρδίζεται,
δυο ιδρωμένα χέρια στο άσπρο φόρεμα ενός κοριτσιού,
ένας σκύλος που απορεί,
ένα ποτήρι αδειανό στην άκρη της αυλής μου,
μια κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά της,
ένας κρυφός αναστεναγμός,
ένα αρπαχτικό βλέμμα θηρίου που δεν τολμάει να αγγίξει,
ένα κλουβί στην πόρτα σου με ένα πουλί που κοιμάται…

Γι’ αυτό ένα πάρτι στο δρόμο των Ονείρων
είναι στιγμή πιο θλιβερή κι απ’ τη στιγμή του ονείρου,
είναι ένα ξέφτισμα ζωής,
ένα παιχνίδι χάρτινο στα χέρια των αγγέλων.

Κοιτάχτε τούτο το κλουβί
είναι λιγάκι πιο μεγάλο από την καρδιά μου,
κι όμως δεν μπορεί να χωρέσει την αγάπη μου,
κοιτάχτε και τούτο το κορίτσι
θα του χαρίσω το κλουβί κι ένα τραγούδι θα μου πει…
για το πουλί που χάθηκε, για το πουλί που πια δε ζει.

Μερικές φορές υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχεις συναντήσει ποτέ. Κι όμως θα θελες να τους πεις ένα «ευχαριστώ», ένα «σας θαυμάζω» ή να τους ντύσεις με το βλέμμα σου. Ο Δημήτρης Χόρν και ο Μάνος Χατζιδάκις είναι δύο από εκείνους τους ανθρώπους, που νιώθεις φτωχός γιατί δεν τους γνώρισες.

Ένα παιχνίδι χάρτινο στα χέρια των αγγέλων,
Jane

Το «αφθόρμητο» που σε κάνει να γελάς

Τετάρτη, Μαΐου 4th, 2011

Στα μισά της Αλεξάνδρας, σε ένα τρόλεϊ που πήζει από μετανάστες με σακούλες από τη λαϊκή, διακρίνω ένα παιδάκι ηλικίας πέντε ετών. Είναι μελαψό με ξυρισμένο κεφάλι και στο σβέρκο του κρέμεται μια μικρή χαίτη. Μάτια ανήσυχα, δραστήρια. Δίπλα βρίσκεται η μητέρα του. Δεν κατάλαβα τι εθνικότητας είναι αλλά είχε μια σπιρτάδα το πρόσωπο του που μου κίνησε την περιέργεια.

Ο μικρός, ακουμπισμένος στην πόρτα, κρατάει στο χέρι του παγωτό κυπελάκι. Το τρώει αργά και απολαυστικά. Τον πρόσεξα γιατί στέκει χαλαρός με παιδική αφέλεια, φοράει μάγκικο τζίν ξεθωριασμένο, ζει τη στιγμή της απόλαυσης πάνω σε ένα πλαστικό κουταλάκι. Κατεβαίνουμε στην ίδια στάση. Περπατάμε παράλληλα. Έχει βήμα αγχολυτικό. Αργό αλλά σταθερό. Η μητέρα του περπατά γρήγορα φορτωμένη ψώνια, του φωνάζει να επιταχύνει. Εκείνος παραδομένος στη γλύκα και τη δροσιά του παγωτού.

Στο πεζοδρόμιο κάθεται ένας κύριος γύρω στα 40. Εξαθλιωμένος, με ανακατεμένα μαλλιά, παλιά ρούχα. Ένα χαρτόνι μπροστά του, γράφει «Παρακαλώ, πεινάω». Παρατηρώ το μικρό παιδί. Στέκεται με απορία μπροστά στον κύριο, βάζει με δύναμη το κουταλάκι στο παγωτό και του προσφέρει μια γενναιόδωρη κουταλιά.

Χαμογελώ. Η αυθόρμητη κίνηση είναι που σε κάνει να γελάς. Η παιδική αφέλεια, η πρώτη σκέψη που γίνεται αφορμή να απορίσεις, η αθωότητα που κρύβουν δύο μαύρα μάτια σαν ελίτσες. Αυτό το κάτι που ξέρει μόνο ένα παιδί.

Το παγωτό έλιωσε πάνω σ’ ένα κουταλάκι,
Jane

Επειδή πολλοί δεν το πιάσατε. Η λέξη αυθόρμητο, είναι λάθος γραμμένη. Να θυμίζει τους φθόγγους που μαθαίναμε στο δημοτικό, να μας γυρίσει στην ηλικία των 5 ετών! Κάποιοι εδώ μέσα έχουν μεγαλώσει…