Archive for the ‘Σκέψεις’ Category

Η πόλη των αστέγων

Τετάρτη, Απριλίου 20th, 2011

Περπατώ στη πλατεία Συντάγματος. Λίγο πρίν το φανάρι, που σου δίνει το πράσινο φώς για να περπατήσεις την Ερμού, κάθεται ένας κύριος (δεν έχω δει φανάρι στην πρωτεύουσα με πρισσότερο κόσμο). Άστεγος. Έχει διπλωθεί στα δύο, πάνω στα λευκά μάρμαρα, που ο Δήμος γυαλίζει κάθε βράδυ. Μπροστά στα πόδια του ένα μικρό κυπελάκι. Δεν μιλάει, μόνο περιμένει από τους περαστικούς, μια μικρή συνεισφορά.

Τον πλησιάζουν δύο παιδιά, μια κοπέλα και ένα αγόρι, γύρω στα 24 τους χρόνια, ντυμένα με μπλε στολή. Τα διακριτικά στα μανίκια τους λένε «Police». Τον προειδοποιούν να φύγει από εκεί. «Μην κάθεσαι κοντά στο φανάρι». Είμαι έτοιμη να τους πω «Ξεχάσατε το σε παρακαλώ & τον πληθυντικό ευγενείας.» Σκέφτομαι όμως ότι πάνω απ’ όλα ξέχασαν πως είναι άνθρωποι. Μακάρι η δική τους ζωή να μην χαλάσει τη μόστρα καμιάς πλατείας, να μην καταλήξει σε κανένα καλογυαλισμένο μάρμαρο με ρούχα κουρέλια.

Μετά από λίγα λεπτά θυμήθηκα τον Σωτήρη. Άστεγος στην Αθήνα, συχνάζει στον ξενώνα Αστέγων στο Γκάζι, οδηγός του φορτηγού που σαρώνει την πόλη και μαζεύει χαρτί, για ανακύκλωση. Την πρώτη φορά που τον γνώρισα με κέρασε σοκοφρέτα. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Με γύρισε στα χρόνια του δημοτικού. Τότε που ο παππούς μου, έκανε στάση στο περίπτερο για να μου αγοράσει σοκολάτα. Ποτέ δεν είχα αδυναμία στα γλυκά, απλά μου άρεσε η κίνηση προσφοράς & προστασίας. Μου έχει λείψει αυτό, δεν το κρύβω.

Στεναχωριέμαι όταν περνάω από την Κοραή, τη Σίνα, την Κολοκοτρώνη και συναντάω χαρτόκουτα, παλιές κουβέρτες. Μόνο η στεναχώρια δε φτάνει. Συχνά μου θυμώνω. Φταίω για αυτό. Έτσι νιώθω. Κάποια στιγμή ένιωσα στιγμιαία ανακούφιση με το εξής περιστατικό.

Ανεβαίνω τη Κηφισίας με ταξί. Στο ύψος του κόμβου με την Αττική Οδό, συναντώ ένα Πακιστανούλη, που πουλάει κουλούρια Θεσσαλονίκης. Φοράει πλαστικό γάντι στο δεξί του χέρι. Διασχίζει τα αυτοκίνητα που έχουν σταματήσει στο φανάρι. Προσφέρει κουλούρια με αντίτιμο ένα πενηντάλεπτο. Μου λέει ο ταξιτζής «Ποιός αγοράζει κουλούρια από αυτόν;». «Γιατί οχι; Τι διαφορά έχει από τον κουλουρτζή στην Ομόνοια ή στο Σύνταγμα», του απαντώ. «Καθαρά για ψυχολογικούς λόγους, το λέω». Αρχίζω να κοκκινίζω, οχι από ντροπή. Από θυμό. Με όση ψυχραιμία διαθέτω του λέω «Σωστά, εκείνος είναι μόνο να καθαρίζει παμπρίζ. Μάλλον στο μάθημα επαγγελματικός προσανατολισμός απουσίαζε». Μια παγωμένη σιωπή επικράτησε μέσα στο κίτρινο αυτοκίνητο, εκείνη τη στιγμή. Ένιωσα όμορφα που υπερασπίστηκα κάποιον «αδύναμο». Ας μην παρεξηγηθεί η λέξη «αδύναμος». Εννοώ άνθρωπο χωρίς πατρίδα, δουλειά, αυτονόητα ανθρώπινα δικαιώματα. Διότι, στα μάτια μου είναι πιο δυνατός από κάθε άλλον. Αντιμετωπίζει κάθε πρωί τις δυσκολίες του με χαμόγελο και προσφέρει ότι και όσο μπορεί.

Όλοι είμαστε εν δυνάμει άστεγοι,
Jane

Γενέθλιο Post

Δευτέρα, Απριλίου 18th, 2011


photo by alexmimides

Τρως ή σε τρώει. Δεν ξέρω τι συμβαίνει, αλλά η τροφή δύσκολα χωνεύεται τελικά. Είτε ελαφρύ είτε βαρύ γεύμα, όλα είναι ίδια. Άνοστα, άγευστα, στυφά. Όλα έχουν την ίδια γεύση.

Μάλλον δεν φταίνε οι πατάτες φούρνου, τα ζυμαρικά και τα μετρημένα φρούτα. Ίσως αυτό το «όλα καλά» ή «τα ίδια» στις τυπικές ερωτήσεις , είναι που δεν μπορώ να καταπιώ. Εδώ αποδέχτηκες το θάνατο, πέντε δειλά «δεν μπορώ» σου κάθονται βαριά στο στομάχι; Στέκομαι πάνω από τη λεκάνη και βγάζω όσα πρέπει, με αηδιάζουν. Μόνο με τσιγάρο και καφέ νιώθω καλά. Τα φάρμακα τέλος. Κανείς δε σώθηκε με ουσίες. Εξαρτημένος με αντιόξυνα = πρεζάκι από τα λίγα.

Μεγαλύτερη ντόπα από τη σκέψη δεν υπάρχει. Πάει όπου θέλει εκείνη. Μνήμες, θύμησες, πάντα σε λύπες. Είναι κι εκείνο το γέλιο της χαλαρότητας που σου σπάει το ηθικό. Σου πλημμυρίζει τα μάτια. Μετά έρχονται εκείνες οι γιορτές. Κάθε χρόνο πιο λιτές από ποτέ. Με αποδεκατισμένες παρέες. Εσύ ως συνήθως ψάχνεις τα χαμόγελα εκείνων που λείπουν. Κάνεις σενάρια πώς αν ήταν εδώ θα αντιδρούσαν έτσι ή κάπως αλλιώς. Νοσταλγία.

Άνοιξη σου λέει μετά. Αυτή η εποχή είναι για τους ποιητές, οχι για τους κοινούς θνητούς. Αλλεργία στη χαρά. Βόλτες λόγω ήλιου, καφέδες για την παρέα. Ποιά παρέα (;), αφού λείπεις. Άλλα συζητάς και άλλα σκέφτεσαι. Άλλα ζητάς και άλλα σε βρίσκουν. Όλοι περιμένουν τις γιορτές για να σερβίρουν τυπικότητες αντί τσουρεκιών, τηλεφωνήματα με ευχές αντί τσούγκρισμα αυγών, σούβλισμα αρνιού αντί μοναξιάς. Να τσούγκριζα τη φυγή με την υπομονή, έτσι για να ταρακουνηθεί η σιωπή. Ξέρεις, εκείνη η σιωπή που έρχεται τα βράδια και μόνο την καύτρα του τσιγάρου ακούς. Κάπως έτσι καίγεται η αντοχή σου. Δεν αντέχεις αυτή τη ψευτοσυμπόνια. Κάτι «γιατί ρε γαμώτο;», που ακούς συνεχώς. Η απάντηση είναι απλή : «Συμβαίνει και στα καλύτερα σπίτια».

Αύριο το ημερολόγιο δείχνει 19. Τρία χρόνια βόλτες. Ακόμα προσπαθεί να μπουσουλίσει αυτό το blog. Που να ορθοποδήσει εν καιρώ κρίσης (;). Οχι οικονομικής! Τρία χρόνια προσπάθειας. Ξέχασα, τα ημερολόγια είναι για τους μήνες. Ενώ οι προσπάθειες για τους σωστούς. Ανήκω στους λάθος, αυθόρμητους τύπους.

Χρόνια γεμάτα οχι πολλά,
Jane

Τίποτα

Κυριακή, Φεβρουαρίου 20th, 2011

Απάντηση στα γιατί
Photo : Απάντηση στα γιατί

Ξέρεις είναι από εκείνες τις μέρες που δε θες να κάνεις τίποτα (ή μάλλον θες να κάνεις το απόλυτο τίποτα), εκτός από μερικά πρέπει. Βουλιάζεις στον καναπέ σου, ζεις με καφέ και τσιγάρο, ακούς μουσικές, αποξενώνεσαι από τους friends των social networks, απαντάς στα τηλέφωνα αν, όποτε και εφόσον, διαβάζεις γραπτά παράπονα.

Μεταφέρεσαι στο κρεβάτι, το οποίο έχει αναμνήσεις από όνειρα καταπιεσμένα. Βιαστικά πήγες πάλι στο καναπέ. Τηλεκοντολόγι στο χέρι, που λέει και ο Billakos, τηλέφωνα που χτυπούν ασταμάτητα μπαίνουν στο mute. Έστησες απόψε τον Σ. αλλά θα επανορθώσεις, έκλεισες μέσα τη στολισμένη σου φίλη αλλά υποσχέθηκες βραδιά κουλτούρας, ακύρωσες το λαχανοκόριτσο, διέγραψες κάτι παλιές εξομολογήσεις αλλά έτσι κι αλλιώς τις θυμάσαι απ’ έξω, έκανες τον Κινέζο για άλλη μια φορά στις συμβουλές των άλλων, άφησες αναπάντητα τα ερωτηματικά τους, που αν έχουν ίχνος εξυπνάδας μπορούν να τα απαντήσουν χωρίς τις υποδείξεις σου, αλλά μάλλον δε θέλουν. Έκοψες μαλλιά, όσο και όπως μπορούσες, άνοιξες τα mail σου, εκεί είχες μια ευχάριστη έκπληξη. Πάλι καλά που υπάρχουν κι εκείνες οι αδελφές ψυχές, που συνταξιδεύετε με τους ίδιους στίχους.

Μετά τον καναπέ γρήγορα στην πολυθρόνα. Διάβασμα, γράψιμο, νέες θεατρικές παραστάσεις, αγαπημένοι δίσκοι, πιθανές βόλτες, σαν αυτές που αναβάλλεις συνεχώς τον τελευταίο καιρό, ένα αντιόξυνο για παν ενδεχόμενο, αμύγδαλα με γιαούρτι για να ξεγελάσουμε το θέμα πείνα. Όλα μηχανικά και αμήχανα. Παγώνει ο χρόνος ποτέ; Δε νομίζω! Σίγουρα εξατμίζεται η σιγουριά, χάνονται οι υποσχέσεις, σπάει το συναίσθημα, ενώ τα γεγονότα παίζουν θέατρο. Σε μένα γιατί δε συμβαίνει τίποτα από τα παραπάνω; (Δεν είναι παράπονο, διαπίστωση είναι). Μάλλον είναι κι άλλοι σαν και εμάς.

Υ.Γ. Αυτό το blog είναι το παιδί μου. Απαρνιέται κανείς κάτι που γέννησε; Έχει αρχίσει να μην είναι ο εαυτός του και το δήθεν ξέρεις δε το μπορώ. Δήθεν ευτυχία, δήθεν έρωτας, δήθεν όλα καλά, δήθεν όμορφη μέρα σήμερα, δήθεν περνάω καλά, δήθεν υπάρχω κι εγώ, δήθεν χαμόγελα, δήθεν δεν υπάρχει θέμα, δήθεν καλημέρα, δήθεν σκέψεις, δήθεν μετανιώνω, δήθεν όλα θετικά, δήθεν…

Κάτι να προτείνεις;
Jane

Μουσικό Παραμύθι

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 14th, 2011

Κάποτε ήταν μια μικρή, ηλικίας 5 ετών. Είχε γεννηθεί σε λάθος οικογένεια, λέγανε. Δεν ήταν θέμα αγάπης. Αγάπη υπήρχε. Απλά οι ανησυχίες της ήταν πολύ κοινωνικοκαλλιτεχνικές για να αντέξουν στα πλαίσια μια εργατικής μικρομεσαίας οικογένειας. Αγαπούσε το χορό, τη μουσική, τους στίχους, το τραγούδι.

Στα 10 της χρόνια δειλά γρατζουνούσε μια κιθάρα. Τα βράδια πριν πέσει για ύπνο σκεφτόταν στίχους, το πρωί τους αποτύπωνε στο χαρτί και τους έκρυβε στο τελευταίο συρτάρι του γραφείου της. Άλλες φορές, φορούσε το θαλασσί κορμάκι μπαλέτου, έκανε το σωστό στήσιμο του κορμού της μπροστά στο καθρέφτη, ώστε να μοιάζει με παγώνι. Πάντα ευρηματική. Περιέγραφε σχέδια, υφάσματα, χρώματα και μέσα σε μια νύχτα ήταν όλα δικά της, έτοιμα να τα φορέσει. Ποτέ δεν της ήταν αρκετά. Όχι από αχαριστία, αλλά από θέμα φαντασίας. Μπορούσε και καλύτερα.

Μετά από 4 περίπου χρόνια άφησε τον εαυτό της ελεύθερο ανάμεσα στις νότες. Ήταν η έκπληξη του δασκάλου της, τον έλεγαν Θ. «Έχεις δυνατό μέταλλο», της είπε. Εκείνη πίστευε πώς είναι κουταλιανός και ξέρει να μασάει σίδερα. Αργότερα στο ωδείο η Χ. της είπε «παιδεύω τη φωνή σου, γιατί κάτι διακρίνω στη χροιά σου». Μάλλον έβλεπε όλα τα σιδηρικά του κόσμου στις φωνητικές της χορδές. Η Ν. τη συμβούλεψε να συνεχίσει με το ταλέντο που της έχει δοθεί. «Να τραγουδάς για να αδειάζει η ψυχή σου». Ο Ν. την αποκαλούσε αηδονάκι και έπαιζε έναν αμανέ, ενώ παράλληλα τη σιγοντάριζε στις δεύτερες. Το παιχνίδι αυτό πολύ τη μάγευε, όμως ήταν απλά ένα παιχνίδι. Από κείνα που γίνονται αγαπημένα, με την πάροδο των χρόνων.

Πέρασαν τα χρόνια, μπλέχτηκε στη καθημερινότητα. Πάντα προσπαθούσε να την ομορφαίνει. Με συναντήσεις, γέλια, αγκαλιές, ασχολίες, μα πάνω απ’ όλα με ανθρώπινη επαφή. Η μουσική έμεινε πίσω, άλλο τόσο και η ανθρώπινη επαφή. Την ρώτησα αν είναι το απωθημένο της. «Τη συγκίνηση και τη χαρά που ήθελα να δώσω μέσα από το τραγούδι, την έδωσα. Τα μάτια που ήθελα να δω γοητευμένα από τα χρώματα της φωνής μου, τα είδα. Οτι καλλιτεχνικό έχω, δεν θα το αφήσω να μπει σε καλούπια», μου είπε.

Έτσι περιπλανιέται ανάμεσα σε ανθρώπινες επαφές και όμορφες μελωδίες. Προσπαθεί να ζει με στιγμές, ακόμα και δύσκολες.

Jane

Παρακάτω

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 11th, 2011

Photos by katrinpi

Έπιασες πάτο, αλλά μήπως έχει και πιο κάτω; Όσο κι αν θες να πετάξεις, στο χώμα θα καταλήγεις. Θα προσπαθείς να ριζώνεις αλλά το νερό θα είναι αλμυρό. Οι καρποί σου δε μπορούν να δουν το φως του ήλιου. Θα σε κυνηγάει ο χρόνος, η αμφισβήτηση, τα γιατί.

«Δεν θέλω να σε ξέρω» μου είπες ένα μεσημέρι. Μάλλον ούτε εγώ με ξέρω. Με ψάχνω, με αναζητώ, αλλά έχω χαθεί. Ήθελα να χαθώ. Για πάντα; Δεν θέλω να λέω μεγάλες κουβέντες. Πάντως η «γελαστή μπουμπού», όπως λέει ο Α., δεν είμαι. Τα έχουμε ξαναπεί, ο χειμώνας είναι η καταδίκη σου. Έτσι λένε, οι επιλογές μας είναι μόνο δικές μας.

Αφού δε μπορείς να ριζώσεις, τότε καλά θα κάνεις να προσπερνάς τον εαυτό σου, σα φάντασμα. Άλλωστε δεν είσαι για πολύ. Περίσσευμα είσαι, μην ξεχνιόμαστε. Μα καλά, κάνεις πώς δε το ξέρεις; Τέρμα με τη λύπη, ούτε δάκρυ δε θέλω από σένα. Χαρά μπορείς να δώσεις; Δεν απαντάς ε; Κλαψουρίσματα και φυγές, τώρα δε μετράνε.

Σήκωσε το βλέμμα σου. Πανσέληνος… Τι σου θυμίζει; Τίποτα καλό. Κάτι πένθημο. Αφού έχεις ντύσει τον εαυτό σου στο μαύρο, τότε πας γυρεύοντας.

Καλή θλίψη «κούκλα»,
Jane

P.S. Ευχαριστώ τον Σ. που δε με άφησε να σβήνω όσα γράφω.

Ταμπέλες σε ανθρώπους

Τρίτη, Ιανουαρίου 11th, 2011

Κυριακή βράδυ ανηφορίζω την Ηπείρου, από Σταθμό Λαρίσης προς Πατησίων. Αφγανοί, Κούρδοι, Ινδοί, Πακιστανοί. Όλοι στους δρόμους, βόλτα με τα παιδιά τους, παρέες παρέες, η εικόνα θυμίζει συλλαλητήριο. Κι όμως δεν είναι.

Κάτοικοι Αθηνών, παράνομοι ή νόμιμοι, έχουν εγκατασταθεί στο Κέντρο της Αθήνας για μια καλύτερη ζωή. Αναρωτιέμαι αν τη βρήκαν. Ο διπλανός μου έντρομος μου λέει «Κοίτα πώς έχουν γκετοποιήσει την περιοχή. Δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις». Δεν την γκετοποίησαν, αλλά εμείς τους δώσαμε το «πάσσο» να περάσουν τα σύνορα, σκέφτομαι. Με λάδωμα, με υποσχέσεις, με «θα» και «θα». Δεν γεννιέται κανείς κλέφτης αλλά γίνεται. Θες οι συνθήκες, η ανάγκη για επιβίωση. Σχεδόν όλη η Ηπείρου ζεί με συνοικιακά μαγαζιά μεταναστών. Οι άδειες των καταστημάτων είναι νόμιμες, το ελληνικό κράτος είναι αρμόδιο για την έγκριση. Πληρώνουν φόρους, έχουν και Έλληνες πελάτες, στέλνουν τα παιδιά τους σε ελληνικά σχολεία, παρόλα αυτά θεωρούνται ξένοι, αλλοδαποί, εγκληματίες για το μέσο Έλληνα – Ντόπιο. Έτσι αποφάσισαν κι εκείνοι να έχουν αλισβερίσι μόνο με όμοιους τους.

Ας σκεφτούμε πόσο ζόρικο είναι να είσαι κυνηγημένος στη χώρα σου, μονίμως ξένος σε μιαν άλλη χώρα. Να βρίσκεις ελπίδα σε υποσχέσεις λαμόγιων, να μην ξέρεις αν την επόμενη μέρα θα είσαι ζωντανός, αν η επιχείρηση σκούπα σε μπουζουριάσει, αν το παιδί σου γυρίσει ζωντανό διασχίζοντας την Αχαρνών, επειδή φοράει μαντίλα.

Είμαστε λαός που έχει περάσει φτώχεια, ξενιτιά και δυσκολίες. Δεν ήμασταν «νερό για προσφορά» εκεί που πήγαμε, απλά οι χώρες που μας δέχτηκαν είχαν σύστημα, υποδομή και ήξεραν τι ήθελαν από μας (φτηνά εργατικά χέρια). Δεν άνοιξαν τα σύνορα και είπαν «Περάστε, όλοι οι καλοί χωράνε». Ας αποκτήσουμε επιτέλους νόμους, υποδομή, μέτρα, πρόγραμμα για τους μετανάστες και στη συνέχεια, ας κρεμάσουμε τις ταμπέλες μας σε αυτούς τους ανθρώπους που αναζητούν ένα καλύτερο αύριο, διότι μέχρι στιγμής εμείς δε μπορούμε να τους προσφέρουμε!

Η παρακάτω ιστορία είναι αληθινή, αφορά Έλληνα μετανάστη.

«Σικάγο, περίπου την εποχή που έσπερνε και θέριζε ο Αλ Καπόνε (1925 έως το 1931). Ο Π. σε ηλικία μόλις 16 ετών μπαρκάρει για το Αμέρικα, όπως έλεγαν τότε. Καλά κατάλαβες δεν ήξερε γρι Εγγλέζικα. Έκανε διάφορες δουλειές για να επιβιώσει. Απέκτησε νόμιμα χαρτιά, δούλεψε ως επαγγελματίας οδηγός σε φορτηγά, δουλειά του δρόμου όπως λένε μερικοί. Στο Αμέρικα έμαθε το ποτό (σε φυσιολογικά πλαίσια), το τσιγάρο, την τράπουλα. Δεν ήταν δέσμιος των παραπάνω, απλά τα είδε και τα έζησε σε πολύ νεαρή ηλικία, για εκείνη την εποχή.

Την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης ήταν ήδη οδηγός φορτηγού. Έκανε μεταφορές. Τι μετέφερε; Δεν είχε ιδέα. Δεν τον έπαιρνε να ρωτήσει, τι, πως και γιατί. Σε αστυνομικό έλεγχο πέραν της άδειας φορτηγού και παραμονής του, ζήτησαν να δούν το εμπόρευμα. Το εμπόρευμα συμπεριλάμβανε και λαθραία ποτά. Η αντιμετώπιση που είχε από της αστυνομικές αρχές; Απελάσεσαι από τη χώρα, επιστρέφεις στην πατρίδα σου ή μένεις στη στενή για την υπόλοιπη ζωή σου.

Όποιος ρωτήσει τι επέλεξε, είναι επιεικώς απαράδεκτος. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα σε ηλικία 40 περίπου ετών, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, βρήκε δουλειά, άνοιξε μια μικρή ταβέρνα για τη γυναίκα του. Προσπάθησε να χτίσει τη ζωή του από την αρχή. Τα εφόδια που απέκτησε από το Αμέρικα ήταν αρκετά. Είδε την εξαθλίωση των ανθρώπων, τα πλούτη των λίγων, έμαθε τους ρίχτες του εμπορίου, τα λαμόγια της νύχτας, το ραδιόφωνο που κάποια στιγμή θα είχες τη δυνατότητα να βλέπεις εκείνον που μιλάει πίσω από αυτό (επειδή κανένας Έλληνας δεν τον πίστευε για την εύρεση της τηλεόρασης, τον ονόμαζαν θαλασσοκουνημένο), δηλαδή την τηλεόραση. Απέκτησε καλή σχέση με την αγγλική γλώσσα, πράγμα που τον βοήθησε στην Ελλάδα να βρει μόνιμη δουλειά.»

Με λίγα λόγια κι εκείνος για καλύτερη ζωή ξεκίνησε και προσπάθησε για αυτό. Σε μεγάλο ποσοστό, ίδια είναι τα κίνητρα του κάθε μετανάστη. Αν εμείς οι πατριώτες βλέπουμε άλλη φυλή και αλλάζουμε πεζοδρόμιο, βλέπουμε Αφγανό στο λεωφορείο και κατεβαίνουμε στην επόμενη στάση, τότε πρέπει να λύσουμε τα δικά μας εσωτερικά κοινωνικοφυλετικά ζητήματα και να μη ρίχνουμε το φταίξιμο αλλού.

Κι όμως γίνεται

Παρασκευή, Νοεμβρίου 19th, 2010

Ένα παλιό γράμμα, από κάποια φίλη που έγραψε τα παρακάτω, για μένα:

24 Νοεμβρίου 2006

Τα χρόνια περνούν, και τι γίνεται; Ο δρόμος μακρύς. Εμπειρίες, εικόνες, φόβος, γιατί;
Φόβος, για το αύριο, και τι γίνεται; Η ζωή ένας κύκλος κι εσύ μέσα σ’ αυτόν. Αλλάζει το τοπίο γύρω. Αλλάζουν οι εικόνες κι εσύ. Φόβος, για το αύριο, και τι γίνεται; Αξίζει όμως να ζεις, να αγαπάς, να χάνεσαι, κι όμως γίνεται. Χαμένοι όλοι μαζί στον κύκλο αυτό. Κι εγώ κι εσύ, και τι γίνεται; Ένα γέλιο, ένα δάκρυ και πάλι από την αρχή. Και μετά τη γιορτή, έρχεται η λύπη, και τι γίνεται;

Ακολουθώ κι εγώ κι εσύ, το δρόμο αυτό το μακρύ. Το δάκρυ κυλά, τα πρόσωπα χλομιάζουν, ένα χέρι σε ακουμπά. Είμαι εδώ, και τι γίνεται; Αέρας, χώμα, νερό. Δέντρα ψηλά, ησυχία. Σταματούν οι φωνές, τα γέλια σιωπούν, όλα σιωπούν και τι γίνεται; Η ταινία τελειώνει, ο πρωταγωνιστής αλλάζει. Φεύγει, και τι γίνεται; Εσύ μπροστά. Χλωμή, αγέλαστη. Εγώ σε παρακολουθώ. Η παράσταση τελειώνει και το σκηνικό αλλάζει. Εσύ μπροστά δυνατή, όπως πάντα. Κι εγώ φοβάμαι. Φόβος για το αύριο. Κρυφά λυγίζεις, το ξέρω. Κι όμως γίνεται.

Απουσία, σιωπή. Ένα τηλέφωνο σου, ένα γράμμα σου, στα χέρια μου. Το κρατώ σφιχτά. Θλίψη, και τι γίνεται; Το δάκρυ κυλά. Η φωνή σπάει, το κορμί τρέμει. Οι τίτλοι του τέλους έπεσαν.

Υ.Γ. Είμαι εδώ. Δυστυχώς στο μαύρο δε βλέπω χρώμα. Ίσως κάποια μέρα, το καταφέρω.

Ξέρω οτι είσαι πάντα δίπλα μου,
Jane

Σιγή

Πέμπτη, Νοεμβρίου 18th, 2010

Ημέρα: Κυριακή. Ώρα: 17:30. Μήνας: Νοέμβρης. Μέρος: Αθήνα. Γειτονιά: η γνωστή.

Μου κρατάς το χέρι στο ύψος του αγκώνα. Με τραβάς προς το μέρος σου με όση δύναμη σου έχει μείνει, προσπαθείς με μανία κάτι να μου πεις. Με έντονο βλέμμα, φοβισμένο. Προσπαθώ να καταλάβω, μάταια… Σε χαϊδεύω στο κεφάλι, με κατανόηση, όμως η συγκίνηση είναι μεγαλύτερη. Ξαναπροσπαθείς να μου μιλήσεις. Με παρακολουθείς με το βλέμμα σου. Με αγωνία, θλίψη, πόνο.

Βγαίνω εκτός δωματίου. Θέλω να ουρλιάξω, αλλά παίρνω βαθιές ανάσες. Νεύρα, κλάματα, πόνος. Ξαναπροσπαθώ να σε αντικρίσω, αλλά πλέον δεν έχεις επαφή με το περιβάλλον. Η μορφίνη έκανε τη δουλειά της. Σου κρατάω το χέρι, απαλά. Η θερμοκρασία σου αρχίζει να πέφτει. Η πίεση μου, αρχίζει να ανεβαίνει. Ο Π. με κοιτάει με τρόμο. «Φεύγει…» μου λέει και τα μάτια του γίνονται θάλασσα. Δεν αντέχω το θέαμα, βρίσκομαι αυτομάτως στο μπαλκόνι. Η ώρα πήγε έξι. Απόγευμα Κυριακής, στον πέμπτο όροφο, η λεωφόρος με νεκρική ησυχία. Παγωμένος ο αέρας, μου σκίζει τα πνευμόνια.

Ακόμα θυμάμαι τον μονόλογό μου, εκείνο το απόγευμα. Το τσιγάρο που μου προσέφερε ο Γ., την αγκαλιά της Ρ., τη γαλήνη σου, την απορία του νοσοκόμου. Προσπαθώ να καταλάβω τι ήθελες να μου εκμυστηρευτείς. Αλλά προσπάθησα, δεν ξέρεις πόσο. Για πολλά, αλλά δεν έχει σημασία να τα μετρήσουμε. Τουλάχιστον είστε μαζί, αυτό μετράει. Δεν ξέρω αν είναι καλύτερα, αλλά μαζί σου αντέχει περισσότερα.

Θα τρόμαζες αν ήξερες, πόσο μου λείπεις. Ο χρόνος δε τα γιατρεύει όλα. Σίγουρα όχι όλα. Πρέπει να το παραδεχτώ. Θέλω να σου πω πώς «Δεν θα περνάω καλά στη ζωή μου», όπως υποστήριζες. Ότι αγχώνομαι, όσο κι αν δεν το πιστεύεις. Να σου δώσω δίκαιο όταν έλεγες «όπως σε αγαπάνε οι γονείς σου, δε σε αγαπάει κανείς». Χίλιες φορές σωστή. Ποτέ, κανείς, για κανένα λόγο, δεν σ’ αγαπάει με τόση δύναμη.

«Αν ήταν κάπου να ευχηθώ θα ταν σ’ αυτά
που τα μοιράζομαι σαν συνωμοτικά
και στα τραγούδια που χρειάζομαι αγκαλιά για να τ’ αντέξω.
»

Αφιερωμένο σε σένα,
Jane

Κάποτε ήταν αλλιώς

Δευτέρα, Νοεμβρίου 15th, 2010

Βόλτα στο Κέντρο της Αθήνας μ’ ένα διαφορετικό τρόπο. Το μικρό τρενάκι της Αθήνας, σε βολτάρει στα στενά της Πλάκας, του Θησείου, γύρω από την Ακρόπολη, την Ηρώδου Αττικού, στο Σύνταγμα και πάει λέγοντας.

Θες η ιδιοτροπία μας, το ψάξιμο για νέα στέκια στο κέντρο της Αθήνας, η νεκρή Κυριακή, η οικονομική κρίση που μας έχει υποδεχτεί, το μηδενικό νόημα και η αρρωστημένη συνήθεια στα ίδια στέκια, αποφασίσαμε να κάνουμε το γύρο των πιο χαρακτηριστικών και γραφικών περιοχών του κέντρου, με το τουριστικό τρενάκι που ξεκινάει την πορεία του από την Πλάκα. (τιμή εισιτηρίου 5€)

Πέρασμα από τον αρχαίο μας πολιτισμό, το παρελθόν, χαζεύοντας τους περαστικούς, με σχολιασμούς στις ενδυματολογικές προτιμήσεις και η πόλη δείχνει όμορφη, όταν ο ήλιος δύει τις μέρες του Νοέμβρη. Έχει την πλάκα του, η όλη εμπειρία, όμως κρύβει απρόοπτα. Συναντάς πρόσωπα από τα παλιά και διαπιστώνεις οτι όντως είναι όπως τα άφησες ή σε άφησαν. Στο ίδιο σημείο. Στο πεζόδρομο του Θησείου, με άλλες παρέες, ψάχνοντας στέκια για απογευματινό καφέ. Όλα μοιάζουν τόσο ίδια, κι όμως κάποτε ήταν αλλιώς.

Κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι μερικά πράγματα μένουν ανεκπλήρωτα. Το κεφάλι σου εκρήγνυται από σκέψεις, αναμνήσεις, παλιές συνήθειες. Ξανά στο παρόν, με κινέζους και πακιστανούς μικροπωλητές, να επιδυκνείουν τα τελείως άχρηστα εμπορεύματά τους. «Χλαπάτσες», φακοί, μπρελόκ. Πιο δίπλα ένα μωρό που κλαίει σα γρύλος. Το επτάχρονο παιδάκι που μας χαιρετά με ενθουσιασμό. Καρότσια και οικογένειες που βολτάρουν στη Διονυσίου Αεροπαγίτου. Αριστερά μας η Ακρόπολη φωτισμένη, το Σχολαρχείο γεμάτο κόσμο και αμαρτωλές μυρωδιές μαγειρευτών να γεμίζουν τον αέρα. Η ζωή συνεχίζεται.

Τσαφ-τσουφ,
Jane

Οι χαρισματικοί

Δευτέρα, Νοεμβρίου 1st, 2010

Πριν χρόνια (περίπου πέντε), όταν το μυαλό κατακλυζόταν από πολλές σκέψεις, μόνο δυσάρεστες, επέλεξα να δουλεύω συνεχόμενα. Τι εννοώ; Ξυπνητήρι στις 6. Αναχώρηση από το σπίτι 6:45. Φτάνουμε στο γραφείο στις 7:30 το πρωί.

Τηλέφωνα, γραφειοκρατία, mail, ευγένειες, project management και ένα κάρο μλκς. Ντύσιμο στη πένα (όσο μπορώ δλδ), βάψιμο, χαμόγελα και το 8ωρο περνάει. Επόμενη συγκοινωνία, με διαδρομή 1 ώρας στην καλύτερη των περιπτώσεων, για τη δεύτερη δουλειά. Πεντάωρο, με ένα τέταρτο διάλειμμα. Οι υπόλοιπες ώρες μαρτύριο. Με το κεφαλόφωνο να εξυπηρετείς, να ακούς δυσαρέσκεια, νεύρα, φωνές και να μην έχεις το δικαίωμα να ειρωνευτείς. Στις 22:30 βρίσκεσαι στη στάση. Ξεθεωμένη, ψυχολογικά εξαντλημένη με προορισμό το sweet home. Το μόνο που ζητάς είναι ένα καυτό ντους.

Η ίδια κατάσταση για 2 μήνες. Ο λόγος; Για να μη σκέφτεσαι, για να απασχολείται το μυαλό συνεχώς. Ασταμάτητα. Να μη θυμάσαι ότι σε πληγώνει, να μη ζητάς τροφή, να συντηρείσαι με καφέ και περιορισμένο τσιγάρο, να προσπερνάς τον πονοκέφαλο με depon και το μόνο σου ερώτημα να είναι «Τι ρούχα θα φορέσω αύριο;». Αλλά οι ημικρανίες να βαράνε κόκκινο. Μια Κυριακή σου απομένει, για να μελαχολήσεις ή να καθαρίσεις τη σκόνη όλης της εβδομάδας.

Ξέρω τι σκέφτεσαι. «Φιλενάδα, είσαι άρρωστη!». Ίσως να είμαι. Θεωρώ χαρισματικούς τους ανθρώπους που ξέρουν να εθελοτυφλούν, να παραμυθιάζουν τον εαυτό τους, που έχουν τη δύναμη να υποβάλλουν σώμα & ψυχή σε αντίξοες συνθήκες. Ως πότε; Μέχρι να χτυπήσει το καμπανάκι του οργανισμού. Να πέσουν στα γόνατα, με πίεση 7, τη μεγάλη παρακαλώ. Να τρώνε μια κουταλιά αλάτι κάθε πρωι για να σταθούν στα πόδια τους και το βράδυ να γυρνούν με δακρυσμένα μάτια. Δίχως να τους βλέπει κανείς.

Με στομάχι «υπό γαστρίτιδα» ανήκω και εγώ σε αυτούς, τους «χαρισματικούς».

Καλό μήνα σε όσους τον έχουν,
Jane